Θεμιστοκλής Δευτεραίος Μούστας
Μικρές ιστορίες αστείες και σοβαρές, που έγιναν ή αφηγούνταν οι πελάτες, στο καφενείο του πατέρα μου στο Σύβρο. Ξενοδοχείο στον Σύβρο πριν το 1960. Μικρό ξενοδοχείο (πανδοχείο) από τα πρώτα που ήταν στα χωριά της Λευκάδας. Υπήρχε και ένα στο Νυδρί του Γαζή, (Μπολές), ένα στην Βασιλική του Κολυβά, (Σημορίτης), ένα στον Άγιο Πέτρο, (όνομα δεν θυμάμαι),και ένα στην Καρυά, και μάλιστα πολύ παλιό, από το 1930 όπως με ενημέρωσε με σχόλιο του, ο «φίλος» μας, ο κύριος Ανδρέας ο Σταύρακας, Ξενοδοχεία ήταν μέχρι το 1980, και μετά λειτουργούσαν σαν ενοικιαζόμενα δωμάτια. Το δικό μας, θυμάμαι και τα 5 δωμάτια, σχεδόν κάθε βράδυ συμπληρωμένα. Εδώ διανυκτέρευαν, δημόσιοι υπάλληλοι, οδηγοί λεωφορείων, οδηγοί ταξί που μετέφεραν τους υπαλλήλους, έμποροι, πλασιέ, και εργάτες Οι δρόμοι παντού χωματόδρομοι, και στενοί, Ι.Χ, αυτοκίνητα υπήρχαν ελάχιστα, και γι’ αυτό δεν ήταν εύκολη η μετακίνηση. Νερό στα σπίτια, και ηλεκτρικό φως δεν υπήρχαν, και θυμάμαι είχαμε από μια μικρή βρύση κρεμαστή, στον τοίχο, σε κάθε δωμάτιο με μια λεκάνη, ίσα για να ρίχνει κάποιος λίγο νερό στο πρόσωπο του. Επίσης, ούτε μπάνιο είχαμε, (αφού δεν υπήρχε νερό), μόνον μια μικρή τουαλέτα και για τα 5 δωμάτια. Και η τουαλέτα αυτή, ήταν έξω στο μπαλκόνι, μέχρι που έγινε το υδραγωγείο περίπου το 1972, και μετά από λίγα χρόνια, μεγαλώσαμε λίγο τον χώρο, φτιάξαμε μπάνιο μαζί, και βάλαμε και νερό στα δωμάτια. Θυμάμαι τότε, έρχονταν διακοπές κάθε χρόνο ένας Ολλανδός, και όταν ήρθε και βρήκε τις «αλλαγές» αυτές μας είπε: γιατί έτσι, πιο καλά ήταν πριν. Τον ευχαριστούσε, όπως ήταν παλιά. Του θύμιζαν παλιές εποχές, όπως μας έλεγε. Μια μικρή ιστορία που θυμάμαι: Ένα βράδυ ήταν στο ξενοδοχείο για ύπνο, οι μηχανικοί από την Νομαρχία, (Αρέθας, Κηρολίβανος, Σκυριανός, ο ταξιτζής τους ο Λαμπόβας) και το βράδυ, μόλις έφαγαν είπαν να παίξουν και λίγο χαρτιά «πόκα», για να περάσει λίγο η ώρα τους. Για φως, τους είχε ο πατέρας μου, μια λάμπα λουξ με πετρέλαιο. Αυτές κάθε μια ώρα περίπου, ήθελαν «τρομπάρισμα» για να δουλεύουν καλά, αλλιώς έβγαζαν φλόγες. Όταν κουράστηκαν οι «χαρτοπαίκτες», πήγαν για ύπνο αλλά την λάμπα ξέχασαν να την σβήσουν. Αυτή σε κάποια στιγμή έβγαλε φλόγες και πήρε το ταβάνι φωτιά. Η λάμπα έπεσε στο πάτωμα, και με τον θόρυβο ανέβηκε ο πατέρας μου που μόλις είχε σηκωθεί 5 η ώρα περίπου για να ετοιμάσει το καφενείο για άνοιγμα, πρόλαβαν την φωτιά στην αρχή, την έσβησαν και γλύτωσαν τα χειρότερα. Και μια δεύτερη ιστορία, μικρή και απίστευτη. Ήταν την 10ετία του 1980, )τότε που ξεκίναγε ο τουρισμός), και είχαν έρθει για διακοπές, ένα ζευγάρι από Αθήνα με τα παιδιά τους. Είχαν μαζί τους και έναν παππού. Όταν τελείωσαν τις διακοπές, την ημέρα που ήταν για να φύγουν, κατέβηκε ο παππούς στο καφενείο μέχρι να ετοιμασθούν και οι υπόλοιποι. Παρήγγειλε καφέ, και δίπλα ήταν ο Πάνος ο Φατούρος, «πάντα φιλόξενος», με φώναξε και μου είπε: ο καφές του κυρίου από εμένα. Έπιασαν την κουβέντα, ως συνήθως στα καφενεία, και κάποια στιγμή έλεγαν για τον πόλεμο του 40 και τον εμφύλιο. Κάποια στιγμή λέει ο ξένος: ο αδερφός της νύφης μου, είναι αγνοούμενος από τότε. Όταν άκουσε το όνομα, ο μπάρμπα-Πάνος του είπε τον γνώριζα εγώ, και είμαστε μαζί χωροφύλακες στην ίδια μονάδα για πολύ καιρό, και δυστυχώς σκοτώθηκε σε μια μάχη κάπου κοντά στην Καρδίτσα, και ξέρω πού ακριβώς τον θάψαμε σε ένα μοναστήρι σε κάποιο χωριό. Ανέβηκε επάνω στο δωμάτιο, ο παππούς και τους είπε τα νέα που έμαθε, και μετά όλοι μαζί παρέα τα λέγανε για 2-3 ημέρες, γιατί παρέμειναν στο χωριό για να κουβεντιάσουν με τον μπάρμπα-Πάνο. Τους είπε, θα πάτε στα Τρίκαλα, στο τάδε χωριό, θα ζητήσετε τον τάδε, που είμαστε μαζί, και θα σας πάει να «βρείτε» τον άνθρωπο σας. Αν δεν υπάρχει αυτός που σας λέω, θα έρθετε να πάμε μαζί να σας πω που θα βρείτε το μνημείο. Ενας καφές, στάθηκε αφορμή, να βρουν τα οστά του ανθρώπου τους, μετά από 40 χρόνια, που θεωρούσαν αγνοούμενο. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΙΟΣ «ΜΟΥΣΤΑΣ» ΣΥΒΡΟΣ 25/2/2021
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας .


