α) τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης και
β) 40 έτη νόμιμης και μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα μετά το 15ο έτος ηλικίας.Όσοι είχαν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας μέχρι το 2010 και παράλληλα είχαν φτάσει τα 35 έτη ασφάλισης έως το 2021, μπορούν να αποχωρήσουν πριν από τα 62 ή ακριβώς στα 62, εφόσον είχαν κλείσει το 58ο έτος ηλικίας.Σε αυτή την κατηγορία, απαιτούνται 36 έτη ασφάλισης έως το 2021 και συμπληρωμένο το 58ο έτος. Το δικαίωμα συνταξιοδότησης κατοχυρώνεται στο 61ο έτος και 6 μήνες, με δυνατότητα αποχώρησης οποτεδήποτε μετά.Για όσους συμπλήρωσαν 25ετία το 2012, ο πήχης ανεβαίνει στα 37 έτη ασφάλισης (με δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών χρόνων) και στο 59ο έτος ηλικίας. Και εδώ, το όριο εξόδου «κλειδώνει» στα 61,6 έτη.
Διορισμένοι μετά το 1983
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι υπάλληλοι που διορίστηκαν μετά το 1983, είχαν 25ετία έως το 2010 και συμπλήρωσαν 37 έτη ασφάλισης μέχρι το 2020. Εφόσον είχαν φτάσει το 55ο έτος ηλικίας το 2020, μπορούν να αποχωρήσουν το 2026 με όριο ηλικίας τα 60,3 έτη.
Ο γενικός κανόνας που «κλειδώνει» το σύστημα
Μετά το 2022, το πλαίσιο απλοποιείται αλλά γίνεται αυστηρότερο. Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι που συμπληρώνουν 35ετία από το 2022 και μετά οδηγούνται:
-
είτε στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης,
-
είτε στα 67 έτη, εφόσον δεν συμπληρώνουν 40ετία.
Ειδικές περιπτώσεις με ευνοϊκή μεταχείριση
Το σύστημα διατηρεί εξαιρέσεις για κοινωνικά ευάλωτες ομάδες. Μητέρες με παιδί ανίκανο για εργασία ή με αναπηρία μπορούν να συνταξιοδοτηθούν ακόμη και στο 50ό έτος, με 25ετία, χωρίς χρονικό περιορισμό στην αποχώρηση.
Συμπέρασμα
Η μειωμένη σύνταξη δεν είναι απλώς μια «μικρή έκπτωση» στο ποσό, αλλά μια διαρκής οικονομική απώλεια. Για ορισμένους αποτελεί αναγκαία λύση· για άλλους, ένα βεβιασμένο βήμα με μακροχρόνιες συνέπειες. Το 2026 δεν φέρνει ανατροπές, αλλά επιβεβαιώνει ότι η σωστή πληροφόρηση και ο ακριβής υπολογισμός είναι πιο κρίσιμα από ποτέ πριν ληφθεί η τελική απόφαση.


