Μεγάλη Πέμπτη βράδυ. Η εκκλησία γεμάτη. Γεμάτη όχι από σιωπή, αλλά από κόσμο.
Στέκεται στο πλάι, σχεδόν ακουμπάει στον τοίχο. Δεν θέλει να φαίνεται. Τα μάτια του κινούνται συνεχώς. Παρατηρεί. Πρόσωπα, κινήσεις, μικρές λεπτομέρειες που δεν τον αγγίζουν. Μια κυρία ψιθυρίζει κάτι στη διπλανή της. Ένα παιδί τραβάει το μανίκι της μητέρας του, ζητώντας την προσοχή της. Ένας κύριος με σκούρο κουστούμι κοιτάζει επίμονα το κινητό του, σαν να φοβάται μήπως χάσει κάτι πιο σημαντικό από αυτό που συμβαίνει μέσα στον Ιερό Ναό.
Οι πολυέλαιοι είναι όλοι αναμμένοι. Δεν υπάρχει ούτε μια λάμπα που να χαλάει την πανδαισία του φωτός. Το φως απλώνεται παντού, τρυπώνει σε κάθε γωνιά. Καθαρό, λευκό, σχεδόν ψυχρό. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο για μυστήριο.
Σηκώνει το βλέμμα προς τον Εσταυρωμένο, που τον έχουν τοποθετήσει μπροστά από τη κεντρική πύλη του Ναού. Τον κοιτάζει για λίγο. Του φαίνεται πως υπάρχει μια απορία στο πρόσωπό Του. Απορία για όσα συμβαίνουν γύρω Του. Ίσως ακόμα και για το τι ζητάει ο ίδιος εκεί, στη μέση αυτής της αίθουσας.
Προσπαθεί να μείνει κρυμμένος στον τοίχο του, σαν να μην θέλει να γίνει μέρος αυτής της παράστασης. Θέλει να νιώσει κάτι αλλά δεν τα καταφέρνει.
Η φωνή του ψάλτη κυλάει μέσα στον χώρο, αλλά δεν τον βρίσκει. Ανακατεύεται με τους ψιθύρους και χάνει το βάρος της.
«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας».
Οι λέξεις περνούν από δίπλα του. Γνωστές, αλλά μακρινές. Καμία δεν βρίσκει θέση μέσα στη ψυχή του.
Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Κλείνει τα μάτια. Και φεύγει.
Η ανηφόρα εμφανίζεται μπροστά του αργά. Σαν ανάμνηση που ξυπνά χωρίς βιασύνη.
Στενή, χωμάτινη, με μικρές λιμνούλες από την πρωινή βροχή. Το χώμα μυρίζει υγρασία και άνοιξη. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, ανακατεμένη με εκείνη των πρώτων ανθών που δειλά ξεπροβάλλουν από τα δέντρα, γεμίζει τα ρουθούνια του. Τον αγγίζει απαλά. Τον ηρεμεί.
Ο αέρας καθαρός. Κρύος, αλλά γλυκός. Μυρίζει νύχτα. Μυρίζει άνοιξη. Μυρίζει ζωή.
Ξέρει αυτόν τον δρόμο. Το σώμα του τον θυμάται. Τον έχει περπατήσει τόσες φορές που δεν χρειάζεται να σκεφτεί.
«Μην πατάς όπου γυαλίζει… θα λερώσεις τα καινούργια σου παπούτσια».
Η φωνή του πατέρα του. Το χέρι του μέσα στο δικό του. Μεγάλο, ζεστό, σταθερό. Τον κρατάει χωρίς να τον πιέζει. Μόνο όσο χρειάζεται. Δεν φοβάται. Με το χέρι του πατέρα του δεν φοβήθηκε ποτέ.
Ανεβαίνουν μαζί την ανηφόρα που οδηγεί στην εκκλησία του χωριού. Χωρίς βιασύνη. Πιο μπροστά λίγοι συγχωριανοί. Πίσω τους άλλοι. Όλο το χωριό κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν μιλούν δυνατά. Μόνο ψίθυροι. Και ο ήχος των βημάτων πάνω στο χώμα.
Σηκώνει το κεφάλι. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Καθαρός. Βαθύς.
Η εκκλησία άρχισε να φαίνεται στην κορυφή. Μικρή. Λευκή. Σχεδόν ταπεινή. Φτάνουν στην πόρτα. Ξύλινη. Παλιά. Τρίζει όταν ανοίγει.
Μπαίνουν μέσα. Ο πατέρας του κάνει τον σταυρό του. Εκείνος τον μιμείται σχεδόν τελετουργικά. Όχι γιατί καταλαβαίνει. Αλλά γιατί έτσι πρέπει.
Για μια στιγμή το χέρι του πατέρα του φεύγει. Πάει να ανάψει το κερί. Ένα μικρό κενό ανοίγει μέσα του. Ένα δευτερόλεπτο αβεβαιότητας. Και αμέσως μετά, δυο χέρια τον πιάνουν κάτω από τις μασχάλες. Τον σηκώνουν ψηλά. Τον φέρνουν κοντά στη φλόγα.
Ανάβει το κερί του. Με τον ίδιο τρόπο τον φέρνει μπροστά στην εικόνα του Εσταυρωμένου. Σκύβει και τη φιλά. Σχεδόν μηχανικά. Χωρίς να καταλαβαίνει γιατί.
Τον αφήνει κάτω. Και τότε όλα αλλάζουν. Σκοτάδι. Όχι απόλυτο αλλά ζωντανό. Ένα σκοτάδι που αναπνέει, που μυρίζει ζωή.
Τα κεριά φωτίζουν τον χώρο με μικρές φλόγες. Κίτρινες, πορτοκαλί. Τρεμοπαίζουν. Κάθε φλόγα και μια μικρή ανάσα.
Το θυμίαμα ανεβαίνει αργά. Γεμίζει τον αέρα. Σχηματίζει γραμμές, κύκλους, σκιές που αλλάζουν και χάνονται πριν προλάβεις να τις κρατήσεις.
Στέκεται ανάμεσα στους μεγάλους. Το χέρι του πατέρα του πάλι μέσα στο δικό του. Το νιώθει εκεί. Σταθερό. Σαν να τον κρατάει δεμένο με τη γη. Ο παπάς κινείται αργά. Το θυμιατό κρέμεται και χτυπάει ρυθμικά. Ο ήχος του μεταλλικός, ήσυχος. Γεμίζει τον χώρο χωρίς να τον διακόπτει.
Η φωνή του ψάλτη βαριά, αργή. Σαν να έρχεται από μακριά. Από έναν άλλο κόσμο. Μπαίνει μέσα του, τον τυλίγει, τον αγγίζει. Δεν καταλαβαίνει τα λόγια. Του φαίνονται σαν ξόρκι που ψελλίζει κάποιος μάγος εκεί δίπλα του. Σαν κάτι που ανοίγει δρόμους που δεν βλέπει.
Και όμως, νιώθει. Κάτι μέσα του σφίγγεται. Κάτι που τον ξεπερνά. Για πρώτη φορά αισθάνεται πως αυτό που συμβαίνει είναι σημαντικό. Όχι επειδή του το είπαν. Αλλά γιατί το καταλαβαίνει μόνος του. Σαν να είναι μέρος ενός μυστικού. Σαν να είναι όλοι μέρος του ίδιου μυστικού.
Σαν να υπάρχει κάτι ανάμεσά τους. Κάτι που γεμίζει τα πάντα και δίνει νόημα.
«Για το φιλόπτωχο ταμείο…»
Η φωνή τον τραβάει πίσω. Ανοίγει τα μάτια.
Η εκκλησία της Μελβούρνης επιστρέφει απότομα. Το φως δυνατό. Οι άνθρωποι κοντά. Οι ήχοι πιο έντονοι. Οι ψίθυροι συνεχίζονται. Κάποιος μιλάει για τη δουλειά. Κάποιος άλλος για το τραπέζι της Κυριακής. Δύο κυρίες μπροστά του συζητούν για τα τσουρέκια που δεν φούσκωσαν.
Το πανέρι περνάει μπροστά του. Ψάθινο. Ελαφρύ. Το κρατάει μια κυρία με καλοχτενισμένα μαλλιά και ένα χαμόγελο κουρασμένο. Δεν τον κοιτάζει πραγματικά. Κοιτάζει μέσα από αυτόν.
Ένα κέρμα πέφτει. Ένα δεύτερο. Ένα χαρτονόμισμα διπλώνεται βιαστικά. Ο ίδιος ήχος. Ξανά και ξανά.
Τα χέρια μπαίνουν στις τσέπες χωρίς σκέψη. Τα μάτια δεν μένουν πουθενά. Όλα γίνονται γρήγορα. Σχεδόν αυτόματα.
Βάζει κι αυτός το χέρι στην τσέπη. Για μια στιγμή σταματά. Θυμάται το χέρι του πατέρα του. Το σκοτάδι που τον αγκάλιαζε. Το θυμίαμα που ανέβαινε αργά. Εκείνη την αίσθηση πως κάτι ιερό υπήρχε.
Κοιτάζει γύρω του. Δεν υπάρχει τίποτα από αυτά εδώ. Μόνο φως δυνατό. Φωνές χαμηλές. Κινήσεις γρήγορες. Και φυσικά, το πανέρι.
Αφήνει το χαρτονόμισμα. Ο ήχος του ακούγεται ξερός. Το πανέρι προχωράει. Και τότε το καταλαβαίνει.
Όλα πλέον γίνονται μηχανικά. Οι ίδιες κινήσεις. Οι ίδιες λέξεις. Οι ίδιες μέρες. Το μέσα μας έχει αδειάσει επικίνδυνα.
Η μόνη αγωνία που μας έμεινε… είναι να γεμίσει το πανέρι.


