Δυνατότητες αναβαθμίσεων όσον αφορά τον εξοπλισμό και ευρύτερα τον εκσυγχρονισμό της αλιευτικής τους πρακτικής, χωρίς όμως ουσιαστικό οικονομικό αντίκρυσμα δίνει στους αλιείς το νέο πρόγραμμα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πρόκειται για τη Δράση 1.1.2 του προγράμματος «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα (ΠΑΛΥΘ) 2021-2027», που εστιάζει σε επενδύσεις στα αλιευτικά σκάφη χωρίς αύξηση της αλιευτικής τους ικανότητας, γεγονός που δεν ικανοποιεί τους αλιείς καθώς δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους ανάγκες. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Στέλιος Στυλιανουδάκης, πρόεδρος του συλλόγου Επαγγελματιών Αλιέων Ρεθύμνου και μέλος της Παγκρήτιας Επιτροπής Αλιείας,το πρόγραμμα ουσιαστικά εστιάζει σε παρεμβάσεις στον αλιευτικό εξοπλισμό που δεν αποτελούν προτεραιότητα για τους αλιείς και κυρίως δεν είναι οι πραγματικά πολυέξοδες του συνόλου του εξοπλισμού. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που παραβλέπονται και δεν συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα είναι η αντικατάσταση των μηχανών των σκαφών, η προμήθεια σύγχρονων εργαλείων και κυρίως η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στην προσφερόμενη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με το προβλεπόμενο πλαίσιο της δράσης άλλωστε, οι παρεμβάσεις αφορούν εργασίες επί των αλιευτικών σκαφών και προμήθεια δευτερογενούς εξοπλισμού, με βασική προϋπόθεση ότι δεν θα αυξάνουν ούτε την αλιευτική ικανότητα του σκάφους ούτε τη δυνατότητά του να εντοπίζει αλιεύματα. Οι αλιείς του Ρεθύμνου επισημαίνουν ότι αναζητείται ακόμα λύση σε καίρια προβλήματα, για την αντιμετώπιση της δεινής οικονομικής τους κατάστασης, όπως είναι τα ελάχιστα και τα διαρκώς μειούμενα, εναπομείναντα αλιευτικά αποθέματα και ο λαγοκέφαλος, ο οποίος επίσης χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται σε ποσότητα και επισκιάζει την αλιευτική δραστηριότητα. «Σίγουρα το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει πολλά πράγματα, ούτε το σκάφος περιλαμβάνεται, ούτε οι μηχανές. Έχουν εντάξει μέσα είδη υγιεινής και πράγματα που ουσιαστικά ούτε μας ενδιαφέρουν τόσο, αλλά ούτε και θα μας βοηθήσουν στο να αυξήσουμε την δουλειά μας. Δεν έχουν εντάξει την δυνατότητα να εκσυγχρονίσουμε το σκάφος μας, να αγοράσουμε καινούργιες μηχανές, ουσιαστικά βασικά στοιχεία για το επάγγελμά μας. Είναι ουσιαστικό ένα πρόγραμμα που καλύπτει περιφερειακές ανάγκες», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Στυλιανουδάκης.
Σημειώνεται ότι η δράση του υπουργείου περιλαμβάνει δαπάνες για σωστικά μέσα, εξοπλισμό πυρασφάλειας, συστήματα ραδιοεπικοινωνίας και δορυφορικής επικοινωνίας, εξοπλισμό πρώτων βοηθειών και τηλεϊατρικής, εγκαταστάσεις υγιεινής, εξοπλισμό αποθήκευσης τροφίμων, μέσα ατομικής προστασίας, αντιολισθητικές επιφάνειες, εξοπλισμό για τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών, αλλά και παρεμβάσεις που σχετίζονται με τη βελτίωση της υδροδυναμικής του κύτους. Παράλληλα, περιλαμβάνει επιλέξιμες δαπάνες όπως ψυκτικοί χώροι, εξοπλισμό επεξεργασίας και μεταποίησης μικρής κλίμακας, συστήματα διασφάλισης ποιότητας και ειδικά ψυχόμενα οχήματα μεταφοράς προϊόντων, όπου αυτό προβλέπεται. Δικαιούχοι των ενισχύσεων είναι ιδιοκτήτες επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών, είτε ως ατομικές επιχειρήσεις είτε ως νομικές οντότητες ή συμπλοιοκτησίες, καθώς και επαγγελματίες της αλιείας εσωτερικών υδάτων. Για τη συμμετοχή προβλέπονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως επαγγελματική άδεια σε ισχύ, εγγραφή στα σχετικά μητρώα και πραγματοποίηση αλιευτικής δραστηριότητας για τουλάχιστον 60 ημέρες μέσα στα δύο ημερολογιακά έτη που προηγούνται της αίτησης στήριξης. Τέλος, επιχειρώντας να δοθεί βάρος στη μικρή παράκτια αλιεία και στις νησιωτικές περιοχές προβλέπεται, ότι η δημόσια ενίσχυση μπορεί να ανέλθει στο 50% για γενικές περιπτώσεις, στο 80% για ιδιοκτήτες σκαφών παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας κάτω των 12 μέτρων που δεν χρησιμοποιούν συρόμενα εργαλεία, ενώ στα απομακρυσμένα ελληνικά νησιά μπορεί να φτάσει έως και το 85%. Σύμφωνα με τον κ. Στυλιανουδάκη: «Δεν είμαστε ευχαριστημένοι και δεν αποτελεί ένα μέσο για να κάνουμε μία ανανέωση του στόλου μας και να πούμε ότι έχουμε κάνει μία σοβαρή αλλαγή. Το να φτιάξουμε μία τουαλέτα και να αλλάξω ένα ραντάρ ή να προμηθευτώ ένα τηλέφωνο δεν αλλάζει πολλά. Δεν μας ενδιαφέρει να αλλάξουμε ντουλάπια, αλλά να κάνουμε κάτι ουσιαστικό», ωστόσο επίσης ξεκαθάρισε ότι: «Το πρόγραμμα δεν είναι πέταμα, αλλά θα μπορούσε να έχει δύο τρία βασικά πράγματα, τα οποία εμείς ζητάμε εδώ και καιρό. Αλλαγές κάνουμε σχεδόν ανά πέντε χρόνια, αλλά προφανώς οι δυνατότητες είναι περιορισμένες».
Όπως επισημαίνεται επίσης στην ανακοίνωση της δράσης, η ελάχιστη επένδυση ορίζεται στις 5.000 ευρώ, ενώ οποιαδήποτε επενδυτική πρόταση/Πράξη με χαμηλότερο προϋπολογισμό από το εν λόγω ποσό, θα απορρίπτεται ή θα απεντάσσεται. Η χρονική διάρκεια υλοποίησης και ολοκλήρωσης των υποβαλλομένων προτάσεων/Πράξεων, ορίζεται στους 18 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ένταξης, με δυνατότητα παράτασης έως τους έξι (6) μήνες, σε απολύτως τεκμηριωμένες περιπτώσεις και μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην πρόσκληση υποβολής αιτήσεων χρηματοδότησης. Οι αλιείς επισημαίνουν ότι τα χρήματα της επένδυσης είναι πολλά, για έναν κλάδο με μηδενικές οικονομικές στηρίξεις και ουσιαστικά απουσία σχεδιασμού για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και επιβίωσή του. «Ο εξοπλισμός είναι μεγάλο θέμα και αν το σκάφος είναι μεγάλο, ακόμα μεγαλύτερο. Όλα αυτά τα μηχανήματα που χρησιμοποιούμε για να μπορούμε να κινούμαστε με ασφάλεια κάνουν πάνω από 50.000 ευρώ. Κάτω από 30-40.000 ευρώ εξοπλισμός γέφυρας δεν υπάρχει και μιλάμε για απλά σκάφη», σημείωσε ο κ. Στυλιανουδάκης.
Τέλος, μεγάλος είναι ο προβληματισμός αναφορικά με τον λαγοκέφαλο, ο οποίος όχι απλώς εξακολουθεί να βρίσκεται στα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα, αλλά κάθε χρόνο πολλαπλασιάζεται. Σύμφωνα με τον κ. Στυλιανουδάκη η κατάσταση είναι απελπιστική, καθώς οι λαγοκέφαλοι φθείρουν τον αλιευτικό εξοπλισμό, μειώνουν τα αλιευτικά αποθέματα και αποτελούν έναν πραγματικό κίνδυνο για τον κλάδο της αλιείας. Μάλιστα, το πολυσυζητημένο πρόγραμμα περί επιδότησης της αλιείας λαγοκέφαλου στην Κρήτη που αναμενόταν να τεθεί στο τραπέζι από το υπουργείο, μοιάζει να μπαίνει στον πάγο, εντείνοντας ακόμα περισσότερο την ανησυχία των επαγγελματιών αλιέων. «Έχουμε πάρα πολλά και μεγάλα λαγοκέφαλα και έχει πραγματικά ξεφύγει η κατάσταση. Είπαν θα μας βοηθήσουν, αλλά ακόμα περιμένουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, ψάχνουμε να βρούμε μέρη για να ψαρέψουμε. Οι έμπειροι ψαράδες γνωρίζουν ότι αυτά συγκεντρώνονται περισσότερο σε αμμώδεις θαλάσσιες περιοχές και σε περιοχές με φύκια, ενώ όχι τόσο σε πολύ πετρώδη μέρη», σημείωσε ο κ. Στυλιανουδάκης.
