Μοιραστείτε το:«Είμαστε πίσω γιατί είναι προφανές ότι η μηχανή που πρέπει να δουλεύει για να παρουσιάζει αξιοποιήσιμες προτάσεις δεν λειτουργεί. Και μέσα σε αυτή τη μηχανή πρέπει να συμπεριλάβουμε καταρχήν την περιφερειακή αρχή, η οποία τις περισσότερες φορές έχει και το μαχαίρι και το πεπόνι, αλλά και τις δημοτικές αρχές και άλλους φορείς – αρχαιολογικές υπηρεσίες, επιμελητήρια, πανεπιστήμια – όλους όσοι μπορούν να προσφεύγουν σε χρηματοδότηση από πόρους που κατανέμει η Περιφέρεια.»«Στην πραγματικότητα το ΕΣΠΑ αυτό τελειώνει σχεδόν. Κάνει τον κύκλο του. Μπορεί να πάρει κάποια παράταση, αλλά αυτή δεν δίνεται για να ξεκινήσουν νέα έργα. Δίνεται για να κλείσουν οικονομικά δελτία και να ολοκληρωθούν όσα ήδη τρέχουν.»«Από τα μέχρι τώρα έργα που προωθούνται, περίπου 69% αφορά την Κέρκυρα«Δεν λέμε ότι τα χρήματα που κατευθύνονται στην Κέρκυρα δεν χρειάζονται. Χρειάζονται. Έχει πολλές ανάγκες και εκκρεμότητες πολλών χρόνων. Όμως ο Περιφερειάρχης, που είναι ο κυρίαρχος στη διαχείριση των πόρων του ΕΣΠΑ μαζί με τη Διαχειριστική Αρχή, οφείλει να έχει σχέδιο για ισόρροπη κατανομή σε όλα τα νησιά.»«Αν δούμε τον πίνακα της Λευκάδας, μιλάμε για 13 έργα και δράσεις«Μιλάμε κυρίως για έργα κοινωνικού ταμείου – συσσίτιο, κοινωνικό παντοπωλείο, κοινωνικό φαρμακείο – και ορισμένα έργα πολιτιστικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν μεγάλα έργα υποδομής.«Αυτή η εικόνα, που χωράει σε μισή σελίδα τετραδίου, είναι το πρόγραμμα ΕΣΠΑ της Λευκάδας. Απαράδεκτο. Με κεφαλαία γράμματα και πολλά θαυμαστικά. Απαράδεκτο.«Η απάντηση που πήραμε ήταν γενικόλογη. Δεν δικαιολογεί αυτή την αδυναμία. Προφανώς δέχονται ότι υπάρχει πρόβλημα, αλλά αρχίζουν να το μεταφέρουν αλλού – στους Δήμους, στους φορείς – λέγοντας ότι δεν υπάρχουν ώριμα έργα.»«Ως Περιφερειάρχης την περίοδο 2014–2019, έχουμε εμπειρία που αυτές τις δικαιολογίες τις βάζει στην άκρη.»«Έχει ο ίδιος υποχρέωση να έχει εικόνα τι χρειάζεται κάθε περιοχή. Και σε συνεργασία με τις δημοτικές αρχές μπορεί ακόμη και έργα που δεν έχουν μελέτες να τα εντάξει συνολικά στο πρόγραμμα, χρηματοδοτώντας και τις μελέτες, ώστε να προχωρήσουν.»«Τα προγράμματα ΕΣΠΑ είναι επαναλαμβανόμενα. Ξέρουμε ότι τελειώνει το ένα και έρχεται το επόμενο. Μπορεί να είναι μειωμένο, μπορεί να επηρεαστεί από ευρωπαϊκές επιλογές, από εξοπλισμούς, από γεωπολιτικές συνθήκες. Όμως παραμένει ένας μεγάλος προϋπολογισμός διαθέσιμος.»«Δυστυχώς, δεν γίνονται αυτά που πρέπει να γίνουν για να αξιοποιηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Και αυτό το βλέπουμε μπροστά μας, σαν καθρέφτη.»«Όταν φτάνουμε στο παρά πέντε, αρχίζουν να χρηματοδοτούνται ό,τι τύχει. Έργα ή δράσεις που δεν προσφέρουν τίποτα στον λαό της Λευκάδας. Εικονικές πραγματικότητες, πράγματα που κανείς δεν ξέρει αν θα τελειώσουν ποτέ ή αν θα δοθούν στην κυκλοφορία.»«Το ζήτημα δεν είναι να πούμε “πετάμε τα χρήματα” για να μη μας πουν ότι δεν είμαστε ικανοί να τα αξιοποιήσουμε. Το ζήτημα είναι να τα αξιοποιήσουμε σωστά και στην ώρα τους.»«Υπάρχει χρόνος να συνεργαστεί η Περιφερειακή Αρχή με τον Δήμαρχο Λευκάδας, με τον Αντιπεριφερειάρχη, με τους φορείς που έχουν δυνατότητα να προτείνουν έργα προς χρηματοδότηση. Αυτό τονίσαμε στην Περιφερειακή Αρχή.»«Είδα ότι μετά την Πρωτοχρονιά ήρθαν και έκαναν μια βόλτα στη Λευκάδα. Δεν άκουσα όμως, ούτε διάβασα στα δελτία τύπου, να γίνεται αυτή η συζήτηση που χρειαζόταν.»«Έπρεπε να καθίσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι – Δήμαρχος, Επιμελητήριο, Βουλευτής, όποιος θέλει – και να πουν: έχουμε διαθέσιμα χρήματα στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Εδώ στη Λευκάδα, τι θα φτιάξουμε; Αυτή τη συζήτηση, δυστυχώς, δεν την άκουσα.»«Η παθογένεια αυτή υπάρχει και συνοδεύει τη λειτουργία των δημόσιων έργων. Αυτό που λέτε ισχύει. Πολλές φορές μπορεί να γίνονται υπερβολές, να δίνονται παρατάσεις που δεν οφείλονται σε πραγματικούς λόγους, αλλά να έχουν να κάνουν με την αδυναμία του αναδόχου ή του εργολαβικού σχήματος να ανταποκριθεί.»«Αυτό μετά αποτυπώνεται σε μία παράταση, που εισηγείται η τεχνική υπηρεσία και αναγκαστικά πολλές φορές εγκρίνει η Περιφερειακή Επιτροπή. Αυτά συμβαίνουν. Είναι μέρος του προβλήματος.»«Αλλά αυτό δεν είναι το κύριο. Το σημαντικό είναι να έχουμε τη δυνατότητα έργων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και να εργαζόμαστε για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες υλοποίησής τους.»«Όταν είμαστε πλέον στο 2026 και έχουμε 13 δράσεις και έργα, τα οποία αν τα δείτε ένα-ένα – με εξαίρεση το Δημοτικό Θέατρο – όλα τα υπόλοιπα είναι μικρής κλίμακας, δεν μπορούμε να το συζητάμε αυτό σοβαρά.»«Δεν συνιστά αυτό το αναπτυξιακό αποτύπωμα που χρειάζεται η Λευκάδα και το Μεγανήσι. Δεν είναι αυτή η στήριξη που πρέπει να δίνει ο δημόσιος τομέας για να υποστηριχθούν και οι επενδύσεις, και ο τουρισμός, και η αγροτική οικονομία, και η πολιτική προστασία.»«Αυτή είναι ευθύνη όσων έχουν τη διαχείριση αυτών των προγραμμάτων και τη συνεργασία που πρέπει να έχουν με την αυτοδιοίκηση του πρώτου βαθμού.»«Βλέπουμε μια διαχείριση που περιορίζεται σε φωτογραφίσεις. Φωτογραφίες σε ευθυγραμμίσεις, σε κλαδέματα δέντρων, σε αντιπλημμυρικά, σε συρματοπλέγματα στον Άγιο Νικήτα.»«Να υπερηφανεύεσαι γιατί έκανες ένα αντιπλημμυρικό έργο που είναι απολύτως απαραίτητο για να μη πάθουμε ζημιές, είναι αμυντικό έργο. Να πανηγυρίζεις γιατί έκοψες χόρτα ή κλάδεψες δέντρα, φτάνει στα όρια της γελοιότητας.»«Αυτό είναι στοιχείο αδυναμίας των αρχών που διοικούν σήμερα, τόσο αυτοδιοικητικά όσο και κυβερνητικά. Χρειάζεται διαφορετικό πνεύμα, διαφορετική δυναμική και πραγματικό ενδιαφέρον για τα προβλήματα των νησιών μας. Και αυτό, δυστυχώς, δεν το βλέπουμε.»
Κάστρο – Τουριστικό Περίπτερο – ΤΑΟΛ: «Δεν υπήρξε ποτέ ώριμο αίτημα προς την Περιφέρεια»
Στο ζήτημα που απασχολεί έντονα τη Λευκάδα το τελευταίο διάστημα – το Κάστρο, το Τουριστικό Περίπτερο και το ενδεχόμενο απαλλοτρίωσης των εγκαταστάσεων του ΤΑΟΛ – ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος τοποθετήθηκε με σαφήνεια, απαντώντας σε ερώτηση που, όπως διευκρινίστηκε, του μεταφέρθηκε από τον πρόεδρο του ΤΑΟΛ, κ. Κατοπόδη.
Ο πρώην Περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων ρωτήθηκε αν κατά τη διάρκεια της θητείας του υπήρξε κάποια ουσιαστική συνεργασία ή ώριμη πρωτοβουλία από τη Δημοτική Αρχή της περιόδου εκείνης για απαλλοτρίωση ή αγορά του οινοποιείου από τον Δήμο ή με εμπλοκή της Περιφέρειας.
Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη:
«Επειδή έχουν περάσει και τα χρόνια, είναι γεγονός ότι υπήρχαν συζητήσεις γύρω από την τύχη αυτών των εγκαταστάσεων και γενικά της περιοχής. Όμως μπορώ να πω σχεδόν με σιγουριά ότι, τουλάχιστον σε μένα ως Περιφερειάρχη, δεν υπήρχε κάποιο ώριμο αίτημα για να πάμε παρακάτω.»
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις που υπήρξαν είχαν περισσότερο γενικό και διερευνητικό χαρακτήρα, χωρίς να αποκτήσουν ποτέ θεσμικό βάθος:
«Αυτό μπορώ να πω. Τώρα, το αν και το πώς απασχολούσε τότε περισσότερο τη Δημοτική Αρχή, φαντάζομαι λόγω της εγγύτητας του θέματος, είναι προφανές. Όμως δεν είχα λεπτομέρειες, δεν είχα συγκεκριμένη γνώση.»
Κλείνοντας, ξεκαθάρισε πως, σε επίπεδο Περιφέρειας, το θέμα δεν έφτασε ποτέ στο στάδιο μιας οργανωμένης πρότασης:
«Σε σχέση με τη δική μας δράση, πρέπει να πω ότι δεν μας ετέθη ποτέ στην πραγματικότητα θέμα πέρα από μία συζήτηση γενικού χαρακτήρα. Δηλαδή, να δούμε αν και πώς θα μπορούσε να υπάρξει αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος ή χρηματοδότηση έργων ή οτιδήποτε αντίστοιχο.»
Αυτοδιοίκηση και αρμοδιότητες: «Το πρόβλημα δεν είναι η ανικανότητα – είναι ο υπερσυγκεντρωτισμός»
Στη συνέχεια της συζήτησης, τέθηκε ευθέως το ερώτημα αν η κεντρική κυβέρνηση αφαιρεί αρμοδιότητες από την αυτοδιοίκηση επειδή θεωρεί ότι δεν ανταποκρίνεται επαρκώς, με αφορμή τόσο τα μεγάλα έργα όσο και τις γεωπολιτικές πιέσεις, αλλά και εμπειρίες προηγούμενων περιφερειακών διοικήσεων.
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος απάντησε κατηγορηματικά, απορρίπτοντας αυτή τη λογική.
«Αυτό επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το δέχομαι. Δυστυχώς, δεν ξεφύγαμε ποτέ από μία λογική υπερσυγκεντρωτισμού την οποία εξακολουθεί να έχει το κεντρικό κράτος και τα υπουργεία. Δεν ξεφύγαμε ποτέ.»
Όπως τόνισε, το πρόβλημα δεν είναι θεσμικό, αλλά πολιτικό και διαχρονικό, με ρίζες ήδη από τη μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη»:
«Αν πραγματικά το 2010, όταν ξεκίνησε η μεταρρύθμιση του Καλλικράτη, είχε εφαρμοστεί το ζήτημα της ουσιαστικής χρηματοδότησης, όπως προβλέπει ο νόμος 3852/2010 για τις περιφερειακές αυτοδιοικήσεις, τότε οι φορείς αυτοί θα είχαν τη δική τους δυναμική, τις υπηρεσίες που χρειάζονται και τους συμβούλους που απαιτούνται για να ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα των προβλημάτων.»
Ο πρώην Περιφερειάρχης συνέδεσε άμεσα την υποστελέχωση με τη χαμηλή απόδοση:
«Μια υπηρεσία επαρκώς στελεχωμένη, με δυναμική και προϋπολογισμό στα χέρια της, επηρεάζεται μεν από την πολιτική ηγεσία, αλλά έχει παραγωγικότητα στα έργα. Όταν όμως οι υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, τότε αρχίζεις και συμβιβάζεσαι με ένα χαμηλότερο επίπεδο.»
Σε αυτό το πλαίσιο, απέρριψε το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση αφαιρεί αρμοδιότητες επειδή η αυτοδιοίκηση δεν αποδίδει:
«Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η κυβέρνηση, ενώ ξέρει ποιο είναι το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας, αντί να ενισχύσει τη δυναμική της αυτοδιοίκησης, προσπαθεί να δικαιολογήσει την αφαίρεση κι άλλων αρμοδιοτήτων.»
Αντίθετα, έκανε λόγο για συνειδητή επιλογή συγκέντρωσης έργων και πόρων στα υπουργεία:
«Πού τα πάει αυτά τα έργα; Στα υπουργεία, που δεν είναι και αυτά υπερστελεχωμένα. Όμως εκεί υπάρχει η ευχέρεια τα έργα να δίνονται πιο εύκολα και με διαδικασίες ελεγχόμενες στους ‘ημέτερους’. Ευνοούνται τα μεγάλα ονόματα στις τεχνικές εταιρείες και αυτό το βλέπουμε σε κάθε ευκαιρία.»
Κατά τον ίδιο, αυτή η πρακτική δεν είναι καινούργια, αλλά εντάθηκε μετά το 2019:
«Όταν άλλαξε η κυβέρνηση το 2019 και ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών ο κ. Βορίδης, ξεκίνησε η αποκαθήλωση της λειτουργίας της αυτοδιοίκησης με δημοκρατικούς κανόνες και άρχισε η σταδιακή αποψίλωση σε αρμοδιότητες και δυνατότητα δημοκρατικής λειτουργίας.»
Στη συνέχεια τέθηκε και το ερώτημα αν η πολιτική “ταυτότητα” ενός αιρετού μπορεί να επηρεάσει τη σχέση του με την κεντρική εξουσία, ειδικά όταν δεν προέρχεται από το κυβερνών κόμμα.
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος απάντησε με προσωπικό παράδειγμα:
«Την περίοδο που ήμουν Περιφερειάρχης, ήμασταν δύο που ανήκαμε στην πολιτική επιρροή του κυβερνώντος κόμματος. Οι υπόλοιποι ήταν από τη Νέα Δημοκρατία ή το ΠΑΣΟΚ. Πηγαίνετε και ρωτήστε τους αν είχαν πρόβλημα χρηματοδότησης από τα υπουργεία.»
Και πρόσθεσε:
«Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων εκείνης της περιόδου. Υπάρχουν διαφορετικά δείγματα γραφής.»
Αναφερόμενος στη σημερινή Περιφερειακή Αρχή, εκτίμησε ότι οι πολιτικές ταμπέλες τελικά υποχωρούν:
«Μπορεί κάποιος να εμφανίστηκε ως αμφισβητίας της επίσημης γραμμής, αλλά βλέπετε ότι στα υπουργεία υπάρχουν χαμόγελα, φωτογραφίες και συνεργασία. Στην πράξη, τα πράγματα ομαλοποιούνται.»
Καταλήγοντας, αναγνώρισε ότι στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπάρχουν παθογένειες, αλλά ξεκαθάρισε:
«Δεν είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και δεν είναι αυτές που μπορούν να εμποδίσουν μια δημοτική ή περιφερειακή αρχή να κάνει τη δουλειά της. Δεν είναι αυτό το κύριο πρόβλημα.»
Κεντρική πολιτική σκηνή: διάσπαση, δημοσκοπήσεις και το χαμένο στοίχημα της προοδευτικής διεξόδου
Η συζήτηση μεταφέρθηκε στη μεγάλη εικόνα της κεντρικής πολιτικής σκηνής, με αφορμή τη διάσπαση της Αριστεράς, τη δημοσκοπική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας, την εμφάνιση νέων προσώπων στο δημόσιο διάλογο και το ερώτημα αν μπορεί να διαμορφωθεί ένας εναλλακτικός πολιτικός πόλος που να αμφισβητήσει ουσιαστικά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη.
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος ξεκίνησε την τοποθέτησή του με αιχμηρή παρατήρηση για τον ρόλο των δημοσκοπήσεων.
«Βρισκόμαστε σε μια περίοδο –εδώ και ενάμιση με δύο χρόνια– όπου βλέπουμε πράγματα που ούτε σε άλλες χώρες συμβαίνουν αλλά ούτε και εδώ είχαν προηγηθεί ποτέ. Γίνονται δημοσκοπήσεις στις οποίες δεν αποτυπώνονται μόνο τα κόμματα που υπάρχουν στη Βουλή, αλλά και πρόσωπα ή σενάρια κομμάτων που… δεν υπάρχουν ακόμα.»
Όπως είπε, αυτή η πρακτική αλλοιώνει το πολιτικό περιβάλλον:
«Εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις άνθρωποι που, κατά τη γνώμη των εταιρειών ή των δημοσιευμάτων, “θα έρθουν αύριο να κάνουν κόμμα”. Αυτό είναι μια στρέβλωση που επηρεάζει –εμμέσως αλλά πολύ συγκεκριμένα– το εκλογικό σώμα.»
Κατά τον ίδιο, πρόκειται για μια απόπειρα καθοδήγησης της κοινής γνώμης:
«Επιχειρείται να καθοδηγηθεί η ελληνική κοινωνία στο τι μέλλει γενέσθαι και στο τι πρέπει να επιλέξει. Αυτό δεν είναι ουδέτερο. Έχει σκοπιμότητα.»
Η κοινωνική βάση της Αριστεράς σε αναμονή
Αναφερόμενος στην κατάσταση στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, ο πρώην Περιφερειάρχης μίλησε για μια μεγάλη κοινωνική δεξαμενή που παραμένει ανενεργή.
«Υπάρχει ένας κόσμος της Αριστεράς, πολίτες που μετά την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να επανεκλεγεί το 2019, τη βαριά ήττα του 2023 και τις εσωκομματικές εξελίξεις, έχει καθίσει –να το πω έτσι– στη γωνία του.»
Και πρόσθεσε:
«Παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να δηλώνει ενδιαφέρον για ενεργή συμμετοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι πάντα έτσι.»
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι για να ενεργοποιηθεί αυτή η κοινωνική δυναμική απαιτούνται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες:
«Χρειάζεται κάτι ισχυρό για να ενεργοποιηθεί αυτή η δυναμική. Και αυτή είναι η μόνη που μπορεί να αντιστρέψει την εικόνα και να δώσει πραγματική ευκαιρία στις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις να αναλάβουν ξανά τη διακυβέρνηση της χώρας.»
Η διάσπαση ως το μεγαλύτερο πρόβλημα
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος ήταν σαφής: σήμερα αυτή η προοπτική δεν είναι ορατή.
«Αυτή τη στιγμή δεν είναι ορατό κάτι τέτοιο. Οι πολίτες συνεχίζουν να παρακολουθούν μια συζήτηση που γίνεται είτε στο παρασκήνιο είτε στο προσκήνιο ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.»
Και το αποτέλεσμα, όπως είπε, είναι αδιέξοδο:
«Αυτή η συζήτηση δεν καταλήγει πουθενά. Αναπαράγει συνεχώς την εικόνα της πολυδιάσπασης. Αυτό είναι το μεγάλο μειονέκτημα.»
Κατά την εκτίμησή του, αν αυτό δεν αλλάξει, οι πολιτικοί συσχετισμοί δύσκολα θα ανατραπούν:
«Αν δεν αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση και δεν ληφθούν πρωτοβουλίες, τότε στις επόμενες εκλογές –ακόμα κι αν η Νέα Δημοκρατία δεν πάρει αυτοδυναμία– θα έχει και πάλι τη δυνατότητα να συνεχίσει τη διακυβέρνηση με συνεργασίες.»
Περισσότερο από οικονομία: το ζήτημα της δημοκρατίας
Κλείνοντας, ο πρώην Περιφερειάρχης διεύρυνε το πλαίσιο της πολιτικής συζήτησης πέρα από τους αριθμούς και την οικονομία.
«Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Δεν είναι μόνο η ακρίβεια ή η αγροτική οικονομία. Υπάρχει ένα μεγάλο ζήτημα δημοκρατίας, θεσμών, υπονόμευσης θεσμών και σκανδάλων.»
Και κατέληξε με σαφή πολιτική αιχμή:
«Αυτό το ζήτημα χρειάζεται εκκαθάριση και αναστροφή. Και αυτή είναι υποχρέωση των ηγεσιών της προοδευτικής παράταξης στο σύνολό της.»


