Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Τα βαρελότα της Ανάστασης

Ήταν Σάββατο απόγευμα του 1952, τρία χρόνια μετά τον εμφύλιο. Ο Γιώργος, ο Γιάννης και ο Βαγγέλης ήταν αδελφικοί φίλοι, με ηλικίες από τα δώδεκα έως τα δεκαπέντε. Ήταν οι φασαριόζοι του επάνω μαχαλά. Αρχηγός τους ήταν ο μεγαλύτερος, ο Γιώργος. Η παρέα τους ήταν ο φόβος και ο τρόμος των άλλων μαχαλάδων. Το χωριό τους, τα Λαγκάδια Αρκαδίας, όνομα και πράμα, χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, γεμάτο πλατάνια και έλατα. Περίμεναν την Ανάσταση σαν να ήταν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Η φτώχεια είχε τσακίσει το χωριό μετά τον πόλεμο, μα τα παιδιά είχαν μάθει να βρίσκουν χαρά στα πιο απλά πράγματα. Το παιχνίδι τους ήταν οι άδειες σφαίρες που έβρισκαν στις πλαγιές, απομεινάρια από στρατιώτες και αντάρτες που είχαν περάσει από εκεί.

Με προσοχή, σχεδόν σαν μικροί τεχνίτες, άνοιγαν τους κάλυκες, έβγαζαν από μέσα το μπαρούτι και χρησιμοποιούσαν παλιά φυτίλια για να φτιάξουν τα βαρελότα τους.

«Αυτά θα ακουστούν μέχρι το φαράγγι», έλεγε ο Γιώργος.

Οι μεγαλύτεροι πάντα τους μάλωναν όταν τους έπιαναν σε αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι. Αυτοί όμως ήταν ατρόμητοι, με μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό. Δεν υπολόγιζαν τον κίνδυνο, κι ας είχαν ακούσει ιστορίες για ατυχήματα.

Το βράδυ πήγαν κι αυτοί στην εκκλησία. Ήταν γεμάτη κόσμο. Άντρες με τα παλιά τους σακάκια, γυναίκες με μαντήλια, μικρά παιδιά που στριμώχνονταν ανάμεσα στα στασίδια. Η λειτουργία είχε ξεκινήσει και όλοι στέκονταν όρθιοι, κρατώντας τα κεριά τους.

Τα τρία παιδιά, όμως, είχαν το δικό τους σχέδιο. Κινούμενα ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων, πλησίαζαν τους ηλικιωμένους που στέκονταν όρθιοι. Με ένα λεπτό συρματάκι, ο Γιώργος έδενε διακριτικά το πίσω μέρος από το ένα σακάκι με το άλλο. Ο Γιάννης κρατούσε τσίλιες. Ο Βαγγέλης, πιο πίσω, δάγκωνε τα χείλη του για να μην ξεσπάσει σε γέλια. Έδεσαν τρία-τέσσερα ζευγάρια έτσι, χωρίς κανείς να τους πάρει χαμπάρι.

Όταν ο παπάς είπε το «Χριστός Ανέστη», η εκκλησία σείστηκε από φωνές, φιλιά και κεριά που άναβαν. Οι ηλικιωμένοι έκαναν τον σταυρό τους και πήγαν να φύγουν. Μα τότε άρχισε το πανηγύρι. Ο κυρ-Κανέλλος πήγε να κάνει ένα βήμα και ένιωσε να τον τραβούν πίσω. Ο μπάρμπα-Λιάς, δεμένος μαζί του, έκανε κι αυτός ένα βήμα και βρέθηκε να γέρνει πάνω στον διπλανό του. Η κυρά-Πάνενα άρχισε να φωνάζει πως «κάτι παράξενο γίνεται». Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, οι μισοί ηλικιωμένοι είχαν γίνει ένα κουβάρι από μανίκια, κουμπιά και μπερδεμένα βήματα.

Ο παπάς προσπάθησε να κρατήσει σοβαρό ύφος, μα ούτε αυτός άντεξε, αφού γνώριζε τι γινόταν· δεν ήταν η πρώτη φορά! Γέλια ακούστηκαν παντού.

Τα τρία παιδιά, κάτω από το καμπαναριό της εκκλησίας, περίμεναν τον κόσμο να ξεπροβάλλει από την πόρτα. Μόλις φάνηκε ο πρώτος, άναψαν τα βαρελότα τους. Ένα-ένα έσκαγαν με δυνατό κρότο, που αντηχούσε στις πέτρες και στα έλατα. Για λίγα λεπτά, το χωριό έμοιαζε να ξυπνά από τη σιωπή των δύσκολων χρόνων. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Η νύχτα γινόταν μέρα, όχι από οβίδες, αλλά από κροτίδες χαράς και ελπίδας για το μέλλον.

Ο Γιάννης είπε: «Του χρόνου θα φτιάξουμε ακόμα καλύτερα». Ο Βαγγέλης χαμογέλασε.

Ο Γιώργος, κοιτώντας το όμορφο θέαμα στον ουρανό, ψιθύρισε: «Αρκεί να είμαστε όλοι εδώ».

Το πρωτότυπο άρθρο https://neoskosmos.com/el/2026/04/08/news/community/ta-varelota-tis-anastasis/ ανήκει στο Παροικια – Neos Kosmos .