Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Τα αλλοδαπά, τα ημεδαπά και τα αλλότρια…

Μετά από πολύμηνη παραμονή στην Ελλάδα επέστρεψε πρόσφατα στη Μελβούρνη ο γνωστός συγγραφέας Γιάννης Βασιλακάκος. Στην μιας ώρας συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή της δημοσιογράφου Νατάσας Βησσαρίωνος «Κουβέντες μακρινές», ο ομογενής συγγραφέας μιλάει για τα πάντα: Τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα, τα νέα εκδοτικά του πονήματα και το συγγραφικό του έργο, τις διαχρονικά προβληματικές σχέσεις και παθογένειες μεταξύ ελλαδικού κέντρου και απόδημου ελληνισμού, τη συρρίκνωση της ελληνικής γλώσσας και τον κίνδυνο αφελληνισμού της ελληνικής διασποράς, καθώς και τον ρόλο του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού σ’ έναν χαοτικό και παρηκμασμένο υλιστικό κόσμο.

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ν.Β.: Αγαπητοί ακροατές/ιες, σας έχω εκλεκτό καλεσμένο σήμερα στο στούντιο. Τι να πρωτοπεί κανείς για τον Γιάννη Βασιλακάκο… Το βιογραφικό του είναι πολύ μεγάλο και δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες, γιατί είναι πολλά αυτά που έχουμε να κουβεντιάσουμε μαζί του. Θα σας πω μόνο ότι έχει δημοσιεύσει 26 αυτοτελή βιβλία (διηγήματα, μυθιστορήματα, βιογραφίες, δοκίμια, θεατρικά έργα και μεταφράσεις), τα περισσότερα στην Ελλάδα, αλλά και κάποια στην Αυστραλία. Μάλιστα υπήρξε ο πρώτος μη αγγλόφωνος συγγραφέας στον εκδοτικό χώρο της Αυστραλίας που ζήτησε να εκδώσει το μυθιστόρημά του «Ποτέ την Ανάσταση».

Γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας Λακωνίας. Έχει μάστερ και διδακτορικό στην νεοελληνική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Bachelor of Letters από το Πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας, δίπλωμα Διερμηνείας και Μετάφρασης από το Πανεπιστήμιο RMIT. Έχει διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία για 30 χρόνια σε πανεπιστήμια της Μελβούρνης. Μάλιστα στο RMIT της Μελβούρνης υπήρξε επικεφαλής του Προγράμματος Ελληνικών στον τομέα Διερμηνείας και Μετάφρασης. Τον έχουν απασχολήσει και κερδίσει σε μεγάλο βαθμό τα κοινά. Διετέλεσε συνιδρυτικό μέλος της Αυστραλιανής πολυπολιτισμικής Λογοτεχνίας το 1983 και δύο φορές εκλεγμένος συντονιστής του Πολιτιστικού Δικτύου ΣΑΕ Ωκεανίας. Έχει τιμηθεί με 7 λογοτεχνικές χορηγίες από το Αυστραλιανό Συμβούλιο Τεχνών της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, δύο πανεπιστημιακές ερευνητικές χορηγίες, πολλά λογοτεχνικά βραβεία και διεθνείς διακρίσεις. Μάλιστα το 2000 οι πολιτιστικοί φορείς της ομογένειας της Αυστραλίας του απένειμαν τιμητικό δίπλωμα για τα 30 χρόνια προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα. Δεν ξέρω ποιο να πρωτοαναφέρω από τα βιβλία του γιατί είναι τόσα πολλά. […]

Κύριε Βασιλακάκο, χαίρομαι που όποτε έρχεστε απ’ τη μακρινή Μελβούρνη δεν μας ξεχνάτε κι εμάς εδώ στην ΕΡΤ, στη «Φωνή της Ελλάδας» και σας ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό.

Γ.Β.: Όπως σας είχα ξαναπεί παλαιότερα, εγώ θεωρώ την ΕΡΤ σαν δεύτερο σπίτι μου, διότι έχω έρθει τόσες πολλές φορές, έχω δώσει τόσες πολλές συνεντεύξεις, που ειλικρινά νομίζω ότι βρίσκομαι σε οικείο χώρο και μάλιστα συγκινούμαι κάθε φορά που με φιλοξενείτε.

Ν.Β.: Είναι χαρά και τιμή μου. Και ξέρετε, η «Φωνή της Ελλάδας» είναι το ραδιόφωνο της ΕΡΤ που προσπαθεί να γίνει μια γέφυρα ανάμεσα στον ελληνισμό της διασποράς και στη μητέρα-πατρίδα. Πάνω απ’ όλα όμως, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε μέσα από τις εκπομπές μας είναι οι Έλληνες του εξωτερικού να προβάλουν τις δράσεις τους, τα όνειρά τους, τα προβλήματά τους, τις αγωνίες τους. Ειδικά όμως εσείς, είσαστε από εκείνους τους συγγραφείς, τους πανεπιστημιακούς, μ’ ένα πολύ σημαντικό έργο που εδώ στην Ελλάδα όσο και στην Αυστραλία είναι πολύ γνωστό, τουλάχιστον στον κόσμο που αγαπά το βιβλίο σε όλες του τις μορφές, γιατί έχετε ασχοληθεί με όλα τα είδη του λόγου. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι ευρέως γνωστός στον ελληνισμό της Ευρώπης και της Αμερικής, και εάν δεν είστε, είναι μια καλή ευκαιρία να σας μάθουν και να σας αναζητήσουν. Αλλά ακόμη κι αν είστε, είναι μια καλή ευκαιρία, εκτός απ’ τον συγγραφέα που διαβάζουμε τα βιβλία του, να δούμε και τον άνθρωπο, έτσι μέσα απ’ αυτή την κουβέντα μας σήμερα.

Γ.Β.: Κατ’ αρχήν ευχαριστώ πολύ για τα θερμά σας λόγια. Με την ευκαιρία που μου δίνετε, θέλω κι εγώ να σας συγχαρώ, διότι αν δεν απατώμαι είστε ο μόνος φορέας στην Ελλάδα ο οποίος ενδιαφέρεται έμπρακτα κι όχι μόνο με λόγια για τον απόδημο ελληνισμό. Δεν ξέρω κανέναν άλλον φορέα, καμία άλλη υπηρεσία. Ξέρουμε βέβαια ότι υπάρχει η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, Το Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν έχουν κάνει όσα θα έπρεπε. Μπορεί να είμαι λίγο απόλυτος σε αυτό, ωστόσο εσείς κάθε μέρα αγωνίζεστε να κάνετε γνωστό το έργο κάποιων Ελλήνων του εξωτερικού που παλεύουν για την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γενικότερα – για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, τις τέχνες, τα γράμματα και τις επιστήμες. Γι’ αυτό νομίζω ότι αξίζετε πολλά συγχαρητήρια. Εύχομαι δε να συνεχίσετε αυτό το όχι και τόσο εύκολο έργο, καθώς η επικοινωνία με όλο τον απόδημο ελληνισμό των πέντε εκατομμυρίων, δεν είναι μια ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση.

Ν.Β.: Μας έχουν βοηθήσει πολύ τα social media τα τελευταία χρόνια κι αυτό είναι θετικό.

Γ.Β:. Ασφαλώς.

Ν.Β.: Κάπως έτσι μεγαλώνει αυτή η γνωριμία με τους Έλληνες του εξωτερικού. Είναι δύσκολο, αλλά έχει νομίζω μία μαγεία, το να έρχεται κανείς σε επαφή με τον ελληνισμό της διασποράς – από τον απλό άνθρωπο μέχρι και τον διακεκριμένο επιστήμονα και λογοτέχνη, τον καταξιωμένο καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και όποιος ξεκινά αυτή την επικοινωνία-γνωριμία, δύσκολα την αποχωρίζεται μετά.

Γ.Β.: Μην ξεχνάτε ότι, πληθυσμιακά, είμαστε μια μισή δεύτερη Ελλάδα εκτός των γεωγραφικών συνόρων. Αλλά ξέρετε, αυτό που με στενοχωρεί και απογοητεύει, είναι ότι παρόλο που υπάρχει ένας τόσο μεγάλος και δυναμικός ελληνισμός εκτός του μητροπολιτικού χώρου, δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να συντονιστούμε. Βέβαια το προσπαθήσαμε, αλλά τελικά δεν πετύχαμε όσα θα έπρεπε οι απόδημοι. Και μεταξύ μας αλλά κι εν σχέσει με τη μητέρα-πατρίδα. Δεν νομίζετε;

Ν.Β.: Εγώ συμφωνώ.

Γ.Β.: Όταν εγώ ήμουνα στο ΣΑΕ, στο οποίο είχα τη χαρά και την τιμή να εκλεγώ δύο φορές, κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Δυστυχώς όμως για πολλούς και διαφόρους λόγους δεν καταφέραμε να κάνουμε όσα θα έπρεπε. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί, είναι πολύ σημαντικό κι επιτακτικό να συνεχιστεί.

Ν.Β.: Εγώ νομίζω ότι η δικτύωση είναι από τα πρώτα και σημαντικότερα ζητήματα. Πολλές φορές γίνεται λόγος για το πώς θα γυρίσουν πίσω οι μεγάλοι επιστήμονες και τα μεγάλα κεφάλαια. Εγώ δεν μπαίνω σ’ αυτή τη διαδικασία. Μπαίνω στη διαδικασία της δικτύωσης. Αν δεν το καταφέρουμε αυτό, δεν μπορούμε να μιλάμε για το “brain gain” και όλα αυτά.

Γ.Β.: Και τώρα, με τη σύγχρονη τεχνολογία, είμαστε αδικαιολόγητοι αφού υπάρχουν τα μέσα. Δυστυχώς όμως υπάρχει αυτό που εγώ ονομάζω «γκετοποίηση», έτσι που οι Έλληνες της Γερμανίας, για παράδειγμα, να περιορίζονται στον εαυτό τους, οι Έλληνες της Αυστραλίας το ίδιο κ.λπ. Αλλά κι εντός των ίδιων των χωρών. Οι Έλληνες της Μελβούρνης, ας πούμε, δεν πληροφορούνται για τις δραστηριότητες των Ελλήνων του Σίδνεϊ, οι Έλληνες του Σίδνεϊ δεν πολυενδιαφέρονται για τις δραστηριότητες των Ελλήνων της Αδελαΐδας και ούτω καθεξής. Αλλά αυτό συμβάινει κι εντός Ελλάδος. Γι’ αυτό και όλοι μιλάνε για «το κράτος των Αθηνών» που δεν πολυνοιάζεται τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη, τη Θράκη, την Κρήτη και την ελληνική επαρχία γενικότερα. Πόσοι αρμόδιοι, και όχι μόνο, ενδιαφέρονται για τα τοπικά ζητήματα της υπόλοιπης Ελλάδας εκτός Αττικής; Ε, αυτό δεν εξυπηρετεί τα γενικότερα συμφέροντα του ελληνισμού, είτε εντός είτε εκτός Ελλάδος, γι’ αυτό και κάτι πρέπει να γίνει.

Ν.Β.: Και είναι κρίμα αν σκεφτεί κανείς ότι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις στην υφήλιο θα βρεις έστω κι έναν Έλληνα.

Γ.Β.: Ασφαλώς.

Ν.Β.: Θα μπορούσαμε να πιαστούμε χέρι-χέρι, να δικτυωθούμε. Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρουν, έστω και μεμονωμένα κάποια άνθρωποι όπως εσείς, κάποιοι φορείς όπως είναι η «Φωνή της Ελλάδας», γιατί όσοι προσπαθούν καταφέρνουν πράγματα. Το θέμα είναι να μπορούσαμε λίγο να συνεργαστούμε μεταξύ μας. Και στην ΓΓΑΕ που αναφέρατε, γίνονται μεγάλα βήματα τα τελευταία χρόνια. Νομίζω όμως ότι κάθε φορά που υπάρχει αλλαγή προσώπων, αυτό δεν βοηθά ιδιαίτερα. Γιατί εκεί που κάποιος έχει μάθει τη δουλειά, φέρνουν κάποιον άλλον, που μπορεί να είναι και καλύτερος, αλλά μέχρι να προσανατολιστεί…

Γ.Β.: Δεν υπάρχει συνέχεια. Συνήθως ξεκινάμε με ενθουσιασμό, πολύ ωραία και καλά, στη συνέχεια όμως το πράγμα κάπου στραβώνει, κι αυτό είναι το κακό. Είναι όμως ένα γενικότερο ελάττωμα του νεοέλληνα αυτό που τον χαρακτηρίζει από την απελευθέρωση του νεοελληνικού κράτους κι εντεύθεν. Κι αυτό συνίσταται στην ασυνέπεια και ασυνέχεια. Πάρτε για παράδειγμα το ΣΑΕ, που ξεκίνησε τόσο ελπιδοφόρα με ταρατατζούμ και φιέστες και τώρα βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας…

Ν.Β.: Μα ουσιαστικά δεν υφίσταται, και περιμένουμε να δούμε εάν θα λειτουργήσει. Αυτή η κουβέντα (για το εάν θα λειτουργήσει, ο νόμος που περιμένουμε να δούμε) είναι μια κουβέντα χρόνων…

(Συνεχίζεται)

Το πρωτότυπο άρθρο https://neoskosmos.com/el/2026/02/02/news/community/ta-allodapa-ta-imedapa-kai-ta-allotria/ ανήκει στο Παροικια – Neos Kosmos .