Από το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς ως το επόμενο πρωί, τα σπίτια στα χωριά της Ικαρίας μένουν ανοιχτά και τα τραπέζια είναι στρωμένα με διάφορα κεράσματα, φαγητά, γλυκά και κρασί για να υποδεχτούν τους συγχωριανούς ατο έθιμο του Αϊ-Βασίλη.
Βαίτσα φέρε κάστανα φέρε και πορτοκαλιά
Φέρε και το γλυκό κρασί να πιούν τα παλικαριά
Χλωρό κλαδί ξερό κλαδί στην πόρτα σου να μπει να βγει
Χλωρά βλαστάρια πέτα, ροδοκο-ροδοκόκκινη βιολέτα
Κι απάνω στα βλαστάρια της αρχοντικά ειν τα μάτια της
Πέρδικες κελαηδούσαν, ο μα δε – ο μα δε μας ομιλούσαν
Δεν ήσαν μόνο πέρδικες τριανταφυλλιές λεβέντικες
Ησαν και τριγωνάκια, μαύρα μου μαύρα μου γλυκά ματάκια
Κατέβηκε μια πέρδικα πως περπατεί λεβέντικα
Να βρέξει το φερτό της, μες το δρο-μες το δροσερό νερό της
Και βρέχει τον αφέντη μας, τον (όνομα) τον λεβέντη μας
τον πολυχρονεμένο και στον κόσμο ξακουσμένο
Και βρέχει την αφέντισσα την (όνομα) την λεβέντισσα
την πολυχρονεμένη και στον κόσμο ξακουσμένη
Εσένα αφέντη πρέπει σου, στραβά βαλέ το φέσι σου
Καρε- καρέκλα καρυδένια για ν’ ακουμπάς την μέση σου,
την μα – την μαργαριταρένια, ο την μα – ο την μαργαριταρένια
Και παλι ξανά πρέπει σου στραβά βαλέ το φέσι σου
Καρα- καράβι να αρματώσεις και τα σκοινια και τα αργουρα,
να τα να τα μαλαματώσεις, ο να τα-ο να τα μαλαματώσεις
Στην πλώρη βάλε μάλαμα, στην πρυ στην πρύμη βάλε ασήμι
Καταμεσής του καραβιού, τον α τον αγιο Βασίλη, ο τον α-ο τον αγιο
Βασίλη
Κυρά ψηλή κυρά λιγνή, κυρά – κυρά καμπανοφρύδα
Που χεις τον ήλιο πρόσωπο και το και το φεγγάρι στήθος
Της αηδόνας το φερτό, το χεις- το χεις καμπανοφρύδα, ο το χεις ο το
χεις καμπανοφρύδα
Όταν πλυθείς και αστόλιστης και πας και πας στην εκκλησιά σου
Εσυ ‘σαι τ’ αψηλό δεντρί, κι άλλες τα κλωνιά σου ο κι α- ο κι άλλες τα
κλωνιά σου
Έχετε γιους στα γράμματα και γιους και γιους εις το ψαλτήρι
Να τους αξιώσει ο θεος, να βα -να βάλουν πετραχήλι ο να βα – ο να
βάλουν πετραχήλι
Η ωρα ήταν 12 και μες τα χαρακώματα, ε φα ε φάνηκε ένας νέος
όμορφος, όμορφος και ρωμαλέος
Για Ιταλό τον πέρασα, χειροβομβίδα έπιασα, δια-δια να του την ρίξω και
νεκρό και νεκρό να τον αφήσω
Μα Ιταλός δεν ήτανε, τι ήτανε τι ήτανε
Ήταν, ήταν ο αη Βασίλης ολο μα-ολο μαλαμα κι ασήμι
Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρταμε στα τέσσερα καντούνια,
του χρόνου σα θα ερτουμε να χει μωρό στην κουνια στην κούνια
Σ΄αυτο το σπιτι που ρθαμε
Πετρα να μη ραΐσει κι ο νοικοκύρης κι η κυρα χρόνια πολλά να ζήσει.Καραβοστάμου Ικαρίαςπάλιν να σας ειπούμε,
ότι και αύριον εστί
ανάγκη να χαρούμε.
Και να πανηγυρίσουμε
Περιτομήν Κυρίου,
και εορτήν του μάκαρος
Μεγάλου Βασιλείου.
Κάνω λοιπόν αρχήν καλήν
επαίνους να συνθέσω,
τον Άγιον Βασίλειον
δια να επαινέσω.
Να σας ειπώ τα θαύματα
που έδειξεν ατός του,
με του Θεού την δύναμιν,
που ήταν βοηθός του.
Παρά Θεού ο θαυμαστός
ήταν πεφωτισμένος,
σπουδήν γραμμάτων άπειρον,
σοφίαν πλουτισμένος.
Που ήτο διδαγμένος,
με κάθεν άλλην αρετήν
μικρός μαθητευμένος.
Της Καισαρείας γέννημα,
βλαστός Καππαδοκίας,
και ποιητής και λυτρωτής
της Θείας Λειτουργίας.
Είχεν και το αξίωμα
της Αρχιεροσύνης,
εχθρός των έργων των κακών,
φίλος της σωφροσύνης.
Άκρος εχθρός αιρετικών,
προστάτης ορθοδόξων,
διώκτης των Αγαρηνών,
ομού και κακοδόξων.
Αρχιερείς τον σέβονταν,
παπάδες τον τιμώσιν,
οι άρχοντες και ο λαός
σκύφτουν τον προσκυνώσι.
Τι να πολυλογώ λοιπόν
τα προτερήματά του,
όλοι κοινώς τα ξέρομε
τα κατορθώματά του.
Δίδομεν όμως είδησιν
εις όλη την οικίαν,
ν’ ακούσετε με προσοχή
και άλλην υμνωδίαν.
Αύριο είναι Περιτομή
κι υμνεί η Εκκλησία,
και προσκαλείστε άρχοντες,
γέροντες και παιδία.
Ας δράμωμ’ όλοι το λοιπόν
μ’ ευλάβειαν και τάξη,
τα φοβερά μυστήρια,
μέλλει να μας διδάξει.
Την σάρκα περιτέμνεται,
εκών ο Πλαστουργός μας,
ο Βασιλεύς των ουρανών,
Κύριος και Θεός μας.
Και ως αυτός ηθέλησεν
αυτόν να τελειώσει,
τον νόμον τον Μωσαϊκόν
πανσόφως να πληρώσει.
Ιδού οπού σας είπομεν,
μ’ όλην την προθυμίαν,
τον Άγιον Βασίλειον,
Περιτομήν την θείαν.
Και σας καλονυκτίζομεν,
πέσετε κοιμηθείτε,
ευχαριστήσατε κι ημάς
Βενέτικα φλωρία,
Ισπανικά και Γαλλικά,
ότ’ είν’ φιλαργυρία.
Ημείς ευχαριστούμεθα
εις την προαίρεσίν σας,
γνωρίζοντες την γνώμην σας,
ομού και θελησίν σας.Κάβο Πάπας- Αη Βασίλης (Παπιστάνικα)Ψιλή μου δεντρολιβανιά
Κι αρχή καλός μας χρόνος
Εκκλησιά με τ’ άγιος θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
Σαν Άγιος και πνευματικός
Στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίισει.
Άγιος Βασίλης έρχεται
Μα δε μας καταδέχεται,
Από τον Κάβο Πάπα
Και κουβαλάει στην πλάτη του μια μαλλιαρή φυλάκα.
Βαστά εικόνα και χαρτί
Ζαραροκάμπιο ζυμωτή
Χαρτί και καλαμάρι
Δες και με το παλληκάρι.
Το καλαμάρι έγραφε
Τη μοίρα του την έλεγε
Και το χαρτί ομίλει
άσπρε μου Άγιε Βασίλη.
Βασίλη πόθεν έρχεσαι
Και δε μας καταδέχεσαι
Και πόθεν κατεβαίνεις
Και δε μας εσυντυχαίνεις.
Απο της μάνας μου έρχομαι
Μα εγώ σας καταδέχομαι
Και στο σχολειό μου παω
Δε μου λέτε τι να κάνω.
Κάτσε να φας κάτσε να πιιες
Κάτσε τον πόνο σου να πεις
Κάτσε να τραγουδήσεις
Και να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα
Μα να σας πω τι πάθαινα
Τραγούδια δεν ηξέρω
Ήρθα ταδε (τάδε)μου να σε βρω.
Και σαν ηξέρεις γράμματα
Πόσες φορές με κλάματα
Πες μας την αλφαβήτα
Πως τα πέρασες τη νύχτα.
Χλωρό ραβδί ξερό ραβδί
Μπροστά στη μπόρτα σου να βγει
Χλωρά βλαστάρια πέτα
Ροδοκόκκινη βιολέτα.
Κι απάνω στα βλαστάρια της
Και στα περικλωναάρια της
Πέρδικες κελαηδούσαν
Μα δε μας το εμιλούσαν.
Δεν ήσαν μόνο πέρδικες
Γαρυφαλιές λεβέντισες
Μόνο και τριγωνάκια
Μαύρα μου γλυκά ματάκια.
Κατέβηκεν η πέρδικα
Πως περπατεί λεβέντικα
Να βρέξει το φτερό της
Μες στο δροσερό νερό της.
Και βρέχει τον αφέντη μας
Τον (τάδε) τον λεβέντη μας
Τον πολυχρονεμένο και στον κόσμο ξακουσμένο.
Ήβρα την πόρτα σου ανοιχτή
Κι είπα πως έχετε πηχτή
Φοινίκια λουκουμάδες και κρασί με τους κουβάδες
Φοινικία κουραμπιέδες και κρασί με τους γκαζοτενεκέδες.
Βα’ί’τσα φέρε κάστανα
Φέρε και πορτοκάλια
Φέρε και το γλυκό κρασί
Να πιουν τα παλληκάρια.
Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρταμε τα ράφια είν’ ασημένια,
του χρόνου σαν ξανάρτουμε να ’ναι μαλαματένια.
Σ΄αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
Πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης κι η κυρά
χρόνια πολλά να ζήσει.
Λιγότερο από 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Ράδιο Ικαρία 87.6 .
