Σημαντικές εργασίες αντιστήριξης πραγματοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα στο κτίριο της Καθολικής Εκκλησίας στην πόλη της Σάμου, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος κατάρρευσης που προέκυψε μετά τον σεισμό της 30ης Οκτωβρίου 2020. Για την κατάσταση του κτιρίου και τις παρεμβάσεις που έγιναν μίλησε στο Radio Café 102,4 και στην εκπομπή «Ημερολόγιο Ερτζιανών» του Μάνου Στεφανάκη, ο πολιτικός μηχανικός κ. Μάνος Σιγανός.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για ένα κτίριο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς είναι ιδιωτικό και βρίσκεται σε ιδιαίτερα κεντρικό σημείο, στην πρόσοψη της παραλιακής οδού της πόλης. Μετά τον σεισμό παρουσίασε σοβαρά προβλήματα στατικότητας, γεγονός που κατέστησε απαραίτητη την άμεση λήψη μέτρων προστασίας.
Ο κ. Σιγανός σημείωσε ότι, αν και η μελέτη για τα προσωρινά μέτρα εκπονήθηκε σχετικά γρήγορα, χρειάστηκε αρκετός χρόνος μέχρι να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κονδύλια για την υλοποίηση των εργασιών αντιστήριξης, ώστε το κτίριο να πάψει να θεωρείται επικίνδυνο.
Οι εργασίες ξεκίνησαν το καλοκαίρι 2025 και ολοκληρώθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου 2026. Στο εσωτερικό του κτιρίου τοποθετήθηκε μεγάλη σκαλωσιά που στηρίζει τον δεύτερο όροφο, ενώ δημιουργήθηκε και δεύτερη κατασκευή με μεταλλικούς σωλήνες και ισχυρές βίδες αγκύρωσης. Οι παρεμβάσεις αυτές συνδέουν τους δύο βασικούς τοίχους του κτιρίου που βρίσκονται προς την πλευρά της παραλίας, προκειμένου να σταθεροποιηθούν.
Ιδιαίτερα κρίσιμος ήταν ο νότιος τοίχος του κτιρίου, ο οποίος είχε μετακινηθεί από την κατακόρυφη θέση του περίπου 15 εκατοστά στο ανώτερο τμήμα του. Σύμφωνα με τον κ. Μάνο Σιγανό, στον συγκεκριμένο τοίχο στηρίζεται η στέγη και αν συνεχιζόταν η μετακίνηση θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποχωρήσουν τα ζευκτά της στέγης, οδηγώντας σε ολική κατάρρευση του κτηρίου.
Με τη μελέτη που εφαρμόστηκε, οι τοίχοι έχουν πλέον ασφαλιστεί σε βαθμό που μπορούν να αντέξουν ακόμη και μια πιθανή σεισμική δόνηση, όπως εξήγησε ο κ. Σιγανός, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για προληπτικά μέτρα.
Παράλληλα, οι παρεμβάσεις επέτρεψαν και τη μερική αποκατάσταση της χρήσης του πεζοδρομίου μπροστά από το κτίριο. Αν και η σκαλωσιά θα παραμείνει, καταλαμβάνει πλέον μικρότερο χώρο σε σχέση με την περίοδο μετά τον σεισμό.
Στην πρόσοψη τοποθετήθηκαν επίσης ειδικές ξύλινες κατασκευές σε ανοίγματα του κτιρίου. Όπως διευκρίνισε ο κ. Σιγανός, δεν πρόκειται για απλά πλαίσια παραθύρων αλλά για ενισχυμένα δομικά στοιχεία από σύνθετη ξυλεία που βοηθούν στην αποκατάσταση της στατικής συνοχής της όψης. Σε συνδυασμό με συρματόσχοινα, οι κατασκευές αυτές συγκρατούν τα τόξα της πρόσοψης και τα συνδέουν με τον εσωτερικό τοίχο του κτιρίου, δημιουργώντας ένα σύστημα ασφάλειας.
Ο ίδιος τόνισε ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν αποτελούν αποκατάσταση του κτιρίου, αλλά προσωρινά μέτρα που στόχο έχουν ν’ αποτρέψουν την κατάρρευση και να δώσουν χρόνο για την εξεύρεση οριστικής λύσης.
«Σώζουμε το κτίριο και του δίνουμε χρόνο», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι θα χρειαστούν χρόνια μέχρι να βρεθεί τρόπος για την πλήρη αποκατάσταση και επαναχρησιμοποίησή του.
Το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αποτελεί επίσης βασικό εμπόδιο. Σύμφωνα με τον κ. Σιγανό, οι σημερινοί ιδιοκτήτες δύσκολα μπορούν ν’ αναλάβουν το κόστος αποκατάστασης, το οποίο είναι ιδιαίτερα υψηλό. Μια πιθανή λύση θα ήταν είτε η απόκτηση του κτιρίου από τον Δήμο, είτε η αγορά του από ιδιώτη επενδυτή που θα αναλάμβανε την αποκατάστασή του.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να γίνει με την έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς το κτίριο εμπίπτει στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας νεότερων μνημείων. Αυτό σημαίνει ότι τα υλικά και οι μέθοδοι αποκατάστασης πρέπει να είναι συμβατά με τις προδιαγραφές του Υπουργείου, κάτι που αυξάνει σημαντικά το κόστος και την τεχνική δυσκολία του έργου.
Ο κ. Σιγανός σημείωσε ότι η ίδια πραγματικότητα ισχύει και για άλλα παλαιά κτίρια της πόλης, τα οποία παραμένουν για χρόνια χωρίς αποκατάσταση λόγω των υψηλών απαιτήσεων και του μεγάλου κόστους.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η πρόσφατη παρέμβαση στην Καθολική Εκκλησία είχε ως βασικό στόχο την ασφάλεια των πολιτών και τη διάσωση ενός ιστορικού κτιρίου της πόλης, ώστε στο μέλλον να μπορέσει ν’ αποκατασταθεί πλήρως και να επιστραφεί στην τοπική κοινωνία ως σημαντικό αρχιτεκτονικό στολίδι.


