Το περιστατικό σημειώθηκε το πρωί της περασμένης Τετάρτης, λίγη ώρα πριν ο ανήλικος αποχωρήσει μαζί με την 16χρονη αδελφή του για το σχολείο. Τον ξυλοδαρμό κατήγγειλε η 16χρονη, η οποία συνόδευε τον αδελφό της, όταν κατά τη διάρκεια της διαδρομής το θύμα παραπονέθηκε για έντονους πόνους στο πρόσωπο και στο αυτί, όπου είχε δεχθεί τα χτυπήματα.
Πρώτη κατέθεσε ως μάρτυρας – ανωμοτί – η 16χρονη, η οποία ήταν παρούσα όταν ο πατέρας της ξυλοκόπησε τον αδελφό της. Όπως ανέφερε στο δικαστήριο, αφορμή στάθηκε το γεγονός ότι ο αδελφός της άργησε να ξυπνήσει, κάτι που προκάλεσε την «έκρηξη» του πατέρα της.
Ως μάρτυρας κατέθεσε και η μητέρα του θύματος, η οποία εξήγησε ότι απουσίαζε από το σπίτι, καθώς είχε μεταβεί στην εργασία της.
«Ο σύζυγός μου είναι άνεργος και ίσως τον επηρεάζει αυτό, καθώς είναι πολύ συχνά, σχεδόν καθημερινά, τα περιστατικά λεκτικής βίας. Όταν με κάλεσε η κόρη μου, μου ανέφερε ότι έβριζε τον αδελφό της επειδή άργησε να ξυπνήσει για να τον τρίψει. Στη συνέχεια του επιτέθηκε, χτυπώντας τον στο πρόσωπο», κατέθεσε, μεταξύ άλλων.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι επιτέθηκε στον γιο του, ωστόσο υποστήριξε ότι τον χτύπησε μόνο μία φορά στο πρόσωπο – και όχι περισσότερες, όπως ανέφερε η κόρη του – δηλώνοντας μετανιωμένος.
«Ήταν η κακιά στιγμή. Δεν έχω σηκώσει ποτέ χέρι στα παιδιά μου. Μετάνιωσα εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν του ζήτησα συγγνώμη και δεν τον αγκάλιασα, γιατί έπρεπε να προλάβουν το αστικό λεωφορείο για το σχολείο. Είχα σκοπό να τους μιλήσω το μεσημέρι και να ζητήσω συγγνώμη, αλλά με κατήγγειλαν στην αστυνομία. Όλη την ημέρα αναρωτιόμουν και έλεγα “τι έκανα;”. Θα μπορούσα να χτυπήσω κάποιον γείτονα, αλλά όχι τα παιδιά μου», ισχυρίστηκε.
Μετά την απολογία του κατηγορούμενου, το δικαστήριο διέκοψε προκειμένου να προσκομιστεί η ιατροδικαστική έκθεση, η οποία θα δώσει πιο ξεκάθαρη εικόνα για τον τραυματισμό του 17χρονου. Μέχρι τότε, ο κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση.


