Χιλιάδες συνταξιούχοι στην Ελλάδα ζουν με περιορισμένο εισόδημα, την ώρα που δικαιούνται παροχές και οικονομικές ενισχύσεις οι οποίες είτε δεν καταβάλλονται αυτόματα είτε “χάνονται” επειδή απλώς δεν τις γνωρίζουν. Δεν πρόκειται για ακραίες περιπτώσεις ή ειδικές εξαιρέσεις, αλλά για επιδόματα που συνδέονται με την ηλικία, το εισόδημα, την υγεία ή τις συνθήκες διαβίωσης και μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά στον μηνιαίο προϋπολογισμό, ιδιαίτερα για χαμηλοσυνταξιούχους και άτομα άνω των 65 ετών.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι τα επιδόματα δεν υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος τους δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Απαιτείται αίτηση, έλεγχος στοιχείων ή απλή ενημέρωση, διαδικασίες που πολλοί ηλικιωμένοι είτε αγνοούν είτε αποφεύγουν λόγω γραφειοκρατίας.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το επίδομα ανασφάλιστων υπερηλίκων. Απευθύνεται σε άτομα άνω των 67 ετών με πολύ χαμηλό εισόδημα ή ανεπαρκές ασφαλιστικό ιστορικό. Παρότι πρόκειται για μια παροχή που μπορεί να φτάσει σε αξιοσημείωτο μηνιαίο ποσό, αρκετοί συνταξιούχοι θεωρούν –λανθασμένα– ότι δεν το δικαιούνται επειδή λαμβάνουν έστω και μικρή σύνταξη. Στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις το επίδομα λειτουργεί συμπληρωματικά, ενώ προβλέπεται και προσαύξηση για όσους ζουν μόνοι τους.
Άλλο συχνά παραγνωρισμένο βοήθημα είναι το επίδομα στέγασης. Συνταξιούχοι που ενοικιάζουν κατοικία και πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια μπορούν να λαμβάνουν μηνιαία ενίσχυση, ακόμη και αν έχουν σύνταξη. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί δεν υποβάλλουν ποτέ αίτηση, θεωρώντας ότι η σύνταξη τους “κόβει” αυτομάτως το δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει και για το επίδομα θέρμανσης, το οποίο χορηγείται κάθε χρόνο αλλά παραμένει αναξιοποίητο από χιλιάδες δικαιούχους που απλώς δεν κάνουν την αίτηση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των επιδομάτων αναπηρίας. Υπάρχει η εσφαλμένη εντύπωση ότι αφορούν μόνο περιπτώσεις βαριάς αναπηρίας. Στην πραγματικότητα, συνταξιούχοι με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λάβουν προνοιακές παροχές ανεξάρτητα από τη σύνταξη. Επιπλέον, άτομα με χρόνιες παθήσεις συχνά δεν γνωρίζουν ότι μπορούν να εξεταστούν από τις αρμόδιες επιτροπές πιστοποίησης, με αποτέλεσμα να στερούνται δικαιώματα που τους αναλογούν.
Πέρα από τα κρατικά επιδόματα, υπάρχουν και σημαντικές ελαφρύνσεις σε τοπικό επίπεδο. Πολλοί δήμοι προσφέρουν μειώσεις ή απαλλαγές από δημοτικά τέλη, όπως τέλη καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κοινωνικά τιμολόγια ύδρευσης. Οι παροχές αυτές δεν είναι ενιαίες σε όλη τη χώρα και σχεδόν πάντα απαιτούν αίτηση. Έτσι, αρκετοί συνταξιούχοι συνεχίζουν να πληρώνουν πλήρη ποσά απλώς επειδή δεν υπέβαλαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
Αντίστοιχα, το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο για το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές αλλά και πιο υποτιμημένες παροχές. Χιλιάδες συνταξιούχοι πληρούν τα εισοδηματικά κριτήρια, όμως δεν έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα και πληρώνουν αυξημένους λογαριασμούς. Παρόμοιες εκπτώσεις ισχύουν και σε τηλεφωνία, μεταφορές και άλλες βασικές υπηρεσίες, κυρίως με βάση την ηλικία ή το εισόδημα.
Κατά καιρούς, το κράτος προχωρά και σε έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις, όπως εφάπαξ βοηθήματα ή επιδόματα ακρίβειας. Αν και πολλές φορές καταβάλλονται αυτόματα, δεν είναι λίγοι οι συνταξιούχοι που μένουν εκτός επειδή δεν έχουν επικαιροποιήσει τα στοιχεία τους ή δεν έχουν υποβάλει σωστά τη φορολογική τους δήλωση.
Το κοινό νήμα που ενώνει όλες αυτές τις παροχές είναι η ανάγκη για ενεργή συμμετοχή του δικαιούχου. Τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Τα εισοδηματικά όρια επανεξετάζονται, οι προϋποθέσεις αλλάζουν και η μη έγκαιρη αίτηση μπορεί να κοστίσει ακριβά. Ένα επίδομα που αγνοείται δεν είναι απλώς μια χαμένη ευκαιρία, αλλά συχνά μεταφράζεται σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ τον χρόνο.
Για τον λόγο αυτό, οι συνταξιούχοι –ή τα συγγενικά τους πρόσωπα– οφείλουν να ελέγχουν τακτικά τα δικαιώματά τους, να ενημερώνονται από επίσημες πηγές και να μην θεωρούν ότι “αφού παίρνω σύνταξη, δεν δικαιούμαι τίποτα άλλο”. Σε πολλές περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη.


