Skip to content

Κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, την οποία εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε αρχικά ο ποιητής Μιχαήλ Μήτρας

Ο Φίλων Κτενίδης σε νεαρή ηλικία, από εξώφυλλο του περ. «Ποντιακά»Το 1955, με αφορμή την είσοδο του περιοδικού «εις το έκτον έτος της εκδόσεώς του», η «Καμπάνα» αναδημοσιεύτηκε με κάποιες διορθώσεις, με πλούσιο γλωσσάρι, αλλά και με εξαιρετική εικονογράφηση του Σταύρου Καλεβράολονυχτίς τριγύριζε ολόγυρα στο κάστρο,στο κάστρο, στα καστρότειχα της μαύρης Τραπεζούντας,που ’χει τις ρίζες στο γιαλό και την κορφή στ’ αστέρια, που ’χε δέκα καστρόπορτες κι όλες χαλκοδεμένες,κι απ’ έξω απ’ τις καστρόπορτες ρυάκια και ποτάμια,που τα ’δεναν και τα ’λυναν γεφύρια σιδερένια…και το παλάτι έλαμπε – διαμάντι στο φεγγάρι,του βασιλιά τ’ ανάκτορο, φωλιά των Κομνηνών,που ήταν τρανό και θαυμαστό, κάστρο πάνω στο κάστρο.κι έναν Δεκαπενταύγουστο, και μια μαύρην ημέρα, το κάστρο εγκρεμίστηκε, παρθήκαν τα κλειδιά του…Μείνανε πόρτες ανοιχτές, παλάτι δίχως θρόνο,και δίχως τους παλατιανούς, και δίχως βασιλέα,…και το θεόρατο καστρί έγινε κοιμητήρι.ολονυχτίς τριγύριζε γύρω στα καστροπόδια,που μείναν έρμα κι άκληρα, γεμάτα από σαύρες…Ολονυχτίς τριγύριζε, με τα φτερά ανοιγμένα,και την αυγή απόκαμε κι έκατσε σε μιαν άκρημονάκριβου παρασταριού χωρίς το πανωθύρι,ερείπιο του παλατιού γεμάτο από τσουκνίδες.τεντώνεται, καλοκοιτά σ’ Ανατολή και Δύση,[κι αρχίζει να οδύρεται όπως χτυπιέται η χήρα,]κι αρχίζει να μοιρολογά μ’ ανθρώπινη λαλιά…με μονοκέφαλους αετούς και μίτρες βασιλιάδων,μ’ εγκόλπια Πατριαρχών, σταυρούς απόδεσπότες,με τα σπαθιά των στρατηγών, σημαίες καπετάνιων.Μάρμαρα που σκεπάζετε ολόκληρο ένα έθνος, αποκαλύψτε ευλαβικά τους τάφους τους ιερούς.Το χώμα θα απομακρυνθεί απ’ το ελαφρύ αεράκιπου βγαίνει απ’ τα αναφιλητά κι από το μαύρο κλάμα,οι πεθαμένοι έξω να βγουν, οι ζωντανοί να μπαίνουν…και φορτωθήκαν τις στενές τις νεκρικές κασέλεςκαι φόρεσαν τα σάβανα, και πήρανε το δρόμο,το δρόμο τον αγύριστο, που πάει και δεν γυρίζει!ο αέρας παραπύκνωσε κι έγινε σαν ομίχλη.Οι ράχες εγεμίσανε, οι κάμποι, τα ρυάκια, τα ακρογιάλια τα υγρά και τα ξερά λοφάκιακαπνό απ’ το θυμίαμα, οσμές απ’ το λιβάνι,βοή κατάρας και βοή προς τον Θεό ικεσίας.Μπροστά πάν’ οι οικοδέσποινες, μπροστά και οι νυφάδες,μοιρολογούνε οι κυρές και κλαίνε τα κορίτσια,κι ακολουθούν οι νεαροί, οι γέροι, τα παιδιά.οι ράχες που αντιβοούν, οι κάμποι που ακούνεθαρρείς κι αργοσαλεύουνε, θαρρείς κι ανακινούνται,θαρρείς και ξεκινήσανε κι εκείνα και σιμώνουν…με τ’ άγια τα εξαπτέρυγα, με τα κεριά αναμμένα,με τους σταυρούς τους ξύλινους που βγάλαν απ’ τους τάφους,μεγάλους… μαύρους… και μακρείς… ψηλούς σαν κυπαρίσσια».και έγινε σαν ποταμός απ’ τα πολλά τα δάκρυα; Τα έλατα ήπιαν τα δάκρυα κι έγιναν κυπαρίσσια,και γονατίζει η Ζύγανα απ’ του καημού το βάρος…πάει μπροστά κι ακολουθούν η Χάκαξα κι η Άτρα,η Χάρσερα, η Χερίανα, η Άρδασα, η Χόπσα,με τα χωριά τους τα μικρά, με τα κεφαλοχώρια,με τις πολλές τις εκκλησιές και με τα μοναστήρια.το μαύρο το Καράκαπαν μαυρίζει ακόμα κι άλλο.Μπροστά πηγαίνει το Σταυρίν, η Μούζαινα ξωπίσω,με το Παρτίν, τη Βαρενού και το Λυκάστ’ αντάμα,η Μασούρα και του Ζαντού τ’ Αϊ-Γιώργη το χωριό,τα κάστρα όλα και οι τόποι ολόγυρα που ήταν.και τ’ Αϊ-Παύλου η πλαγιά μεγάλη μπόρα βγάζει·φουσκώσαν και ταράχτηκαν της Λίμνης τα νερά, χυθήκαν έξω, γέμισαν μαύρο νερό τον τόπο…σαν του φιδιού το σύριγμα και κόλασης αέρας το κλάμα του· γεμίσανε τριγύρω τα ρυάκια…Τρόμαξε απ’ το σύριγμα η ομίχλη, κι εσηκώθη…μωρού κασέλα έφτιαξε από το ξύλο λύρας,έκανε φορτοδέματα της κεμεντζέ τα τέλια,φορτώθηκε η έρημη την ίδια την ψυχή της…Και άρχισε τα κλάματα και τη θρηνολογία…ο Κασκαμπάς χαμήλωσε και το Μετζίτ κυρτώνει,και τα Καμένα τα έρημα στέκουνε και ακούνε…Ακούνε κι όλο θλίβονται, και κλαίνε όλοι αντάμα…Κάνε με πέτρινο γκρεμό όπως τ’ Αλογοστάρια,ή ένα λιβάδι πράσινο όπως είναι τα Λειβάδια –κάνε με ασάλευτη πλαγιά όπως ο Αϊ-Παύλος.Έχω πρόβατ’ ανάρμεχτα, και γίδια να αρμέγω.Τα ζώα μου θέλουν τροφή, βυζί θέλουν τ’ αρνιά μου!Οι σκύλοι μου ουρλιάζουνε, ζητούνε το φαΐ τους…Άφησα πόρτες ανοιχτές, πόρτες και παραθύρια,θα μπαίνει αέρας κι άνεμος, θα σβήνει την καντήλα.Κάνε με ποταμόπετρα βαριά του καταρράχτη,κατώφλι κάνε με σπηλιάς, στη γη καταχωμένο,κάνε με πέτρα αν θες μικρή, κάνε με αν θέλεις χώμα.Θεέ μου… κάνε με ό,τι θες… Μόνο στον τόπο μου άσ’ με!στο μνήμα όπου έθαψα την μάνα και τον κύρη μ’…».ήρθε να της παρασταθεί η καλοαδελφή της,η Ίμερα η νοικοκυρά απ’ τα κορακοφώλια,απ’ τον Αϊ-Γιάννη π’ αρχινούν και φτάνουν στη Σαράντων…και το ποτάμι τις τραβά στη δακρυοπλημμύρα…επήρε τη Λαραχανή, στην Κουσπιδή εξεχύθη…Εσείσθη το Καπίκιοϊ, η Λιβερά χαλάει,γκρεμίζεται η Δανίαχα και όλα τα χωριάπου βρίσκονταν δεξά-ζερβά στα δύο τα ποτάμια…Ήρθε εκεί κι η Σουμελά, κι ο Αϊ-Γιάννης Βαζελώνας.ήρθαν και κοντοστάθηκαν κι ενώθηκαν μαζί τους,ενώθηκαν τα κλάματα και οι θρηνολογίες,και σκέπασαν του ποταμού το άγριο βουητό.οι εκκλησίες των χωριών και τα καμπαναριά.Καμπάνες εραγίζονται και σήμαντρα τσακίζουν……Και ηχούνε χίλια σήμαντρα και μύριες οι καμπάνες…που άφησαν τα σήμαντρα, που αφήσαν οι καμπάνες,και κάθε χτύπο έκρυψαν μες σε βαθιές σπηλιές,σήμαντρα να ηχούνε «του Χριστού», και τη Λαμπρή καμπάνα.και τ’ άστρα κι ο Αυγερινός ν’ ανάβουν τα μανουάλια…να λειτουργούνται και οι νιοι, κι οι γέροι οι κουρασμένοι,και οι γυναίκες, τα μωρά που μείναν και ταφήκαν,κι όλοι εκείνοι στου χαμού τη στράτα που χαθήκαν…όλοι ενωθήκαν… πήρανε του ποταμού το δρόμο…Σε κάθε βήμα έρχονταν κι άλλοι να ενωθούνε,απ’ τα χωριά τους τα μικρά και τα κεφαλοχώρια,απ’ τα ψηλά, απ’ τα χαμηλά, κι από τ’ ακροποτάμια…ξωπίσ’ απ’ τη Γαλίανα μοιρολογά και φτάνει·αντάμωσαν την Όλασσα στης Τρίχας το γεφύρι,περάσανε τον ποταμό και μ’ όλους ενωθήκαν…Τα δέντρα χαμηλώσανε, χτυπούσαν τα κλαδιά τους,οι πέτρες αναστέναζαν κι έκλαιγαν τα ποτάμια,κι η Σουμελά, κι ο Βαζελών κι ο Περιστερεώταςπάνε μπροστά και ευλογούν, πίσω πάνε και κλαίνε.…Τους τόπους κλαίν’ που πέθαναν, τους δύστυχους ανθρώπους.Απ’ το ύψωμα ως τη γέφυρα εγέμισε ο τόποςσταυρούς και εξαπτέρυγα χρυσά και ασημένια…Δεν ήταν μοναχά χρυσά, ήτανε και ξυλένια,μαύρα όπως ο θάνατος, μεγάλα σαν τον Χάρο.Πίσσα γινήκαν οι αφροί, και το νερό κατράμι…Και το γιαλό σκεπάσανε καΐκια και καράβια,τ’ ακρογιαλιού τα βότσαλα και του γιαλού οι πέτρεςόλα ανθρώποι γίνανε, χυθήκαν στη Δαφνούντα,στον Αϊ-Γρηγόρη χύθηκαν και στην Αγια-Μαρίνα,
άλλα καΐκια άραξαν στον έρημο γιαλό της…Και το φαρδύ και το πλατύ εκείνο περιγιάλιδεν φαίνονταν απ’ τις ψυχές που ξέβρασε το κύμα…εκεί αράζει η Σαμψόν η θαλασσοδαρμένη·μπροστά έχει την Αμάσεια και πίσω είν’ η Μπάφρα,με όλα τα αρχοντικά του κάμπου τα χωριά της.η Ούνγια το θαλασσοπούλι, η Ούνγια η μικρούλα,η Κερασούντα η χλοερή και η φουντουκομάνα,η Τρίπολη από ψηλά, της θάλασσας αφέντρα,η Ελεβή το ήσυχο, μικρό θαλασσοχώρι,τα Πλάτανα με το τρανό και ξακουστό λιμάνι…σαν τα κοράκια που έδιωξαν ο λίβας κι η φουρτούναέφυγαν, ήρθαν, κάτσανε στα Εξώτειχα, στη στράτα,στη στράτα της καστρόπορτας, στην είσοδο του κάστρου.σαν βλέπουν να σιμώνουνε τα δύσμοιρα καράβια που είχαν πανιά ολόμαυρα, φιδίσια τα σκοινιά τους,που είχαν κατάρτια σαν σταυρούς, μαύρα κι αραχνιασμένα,που ’ρθαν απ’ την Ανατολή με λάβαρο θανάτου.τα κρύα ποταμόνερα, τα ήμερα ακρογιάλια,που είχε τζαμιά που έκρυβαν εικόνες αγιασμένες,που είχε μουλάδες χριστιανούς, χοτζάδες βαφτισμένους,εκλείδωσε τις εκκλησιές και πήρε τα κλειδιά τους,πήρε απ’ το μαυρόχωμα κι από την άσπρη πέτρα,κι ήρθε με τη φελούκα της κι άραξε στη Δαφνούντα!Το πορτοκαλολίβαδο, το πράσινο Ριζαίον,άφησε τα νεράντζια του, τα χρυσοπορτοκάλια,τυλίχτηκε τα φύλλα τους, σάβανα μυρωμένα,κι ένα με όλους έγινε στο μαύρο τ’ ακρογιάλι.με τους ξενιτεμένους τους, με τους καλούς ψαλτάδες,ήρθανε και ξεχύθηκαν, γεμίσανε τις στράτες,και με τους άλλους που ’ρθανε απ’ τις πλαγιές εσμίξαν…αυτοί που φέρνει η Ανατολή κι αυτοί που φέρνει η Δύση,αυτοί που ’ρθαν απ’ τα ψηλά κι εκείνοι απ’ τα παράλια,κι από τους γειτονότοπους, κι από τα κοντοχώρια,ενώθηκαν και στάθηκαν γύρω απ’ την Τραπεζούντα…χιλιόχρονη νοικοκυρά και πάντα νέα νύφη,μέσα στη δόξα, ξακουστή, ελεύθερη είτε σκλάβα,τα μάτια της θολώσανε, ασπρίσαν τα μαλλιά τηςτην ώρα που αντίκρισε τόσους πικροκαημούς…μαύρο και το ζωνάρι της, κόκκινα τα σανδάλια…κι αμίλητοι όλοι μαζί στα κάστρα ανηφορίζουν.Ανοίξαν χώρο, μέριασαν, Εκείνη μπρος να πάει,ψηλή, λιγνή, περήφανη, Λαραχανής ελάτη…χωρίς Δεσπότη διαταγή και τη βοήθεια Διάκου…Ο Αϊ-Γιώργης, η Θεοσκέπαστος και η Αγια-Μαρίνααρχίνησαν με τις μικρές, τις ελαφρές καμπάνες,με τις βαριές, με τις τρανές στα Εξώτειχα ο Αϊ-Γιάννης,ο Αϊ-Γρηγόρης βρόντηξε, βοά ο Αϊ-Βασίλης,η Υπαπαντή και ο Χριστός, κι ο Αϊ-Γιάννης της Δαφνούντας…κι ο Άγιος Ευγένιος έλαμψε σαν τον Ήλιο,αστράφτ’ η Χρυσοκέφαλος, το κάστρο αντιφεγγίζει,ο Αϊ-Φίλιππος λαμποκοπά κι η θάλασσα ασημίζει…Τα ερημοκλήσια τα μικρά, κι όλα τα παρεκκλήσιαφωτοβολούσαν κι έλαμπαν… στη Γη άστρα γινήκαν…Και μια καμπάνα κρεμαστή στου ουρανού τη μέση αργοσαλεύει κι αργοκρούει πάνω απ’ την Τραπεζούντα…τον ήλιο κρύβει από τη Γη, το κάστρο από τον ήλιο.το μοιρολόι που ηχεί να κλαίει την Τραπεζούντα.Πάνω σε τέτοιο λείψανο, τέτοια ηχεί καμπάνα…σβήσαν της νύχτας τ’ άστρια και τ’ άστρια της ημέρας,και οι άνθρωποι φαινόντουσαν φαντάσματα και σκιές,κι ούτε ομιλία άκουγες, κι ούτε ζωής ανάσα…Πρώτα όπως μουγκρίζουνε τα βόδια στην ομίχλη,ύστερα σαν της θάλασσας βουητό και σαν φουρτούνα…Σαν τα βουνά που στο σεισμό σπάζουνε και κυλούνε…Σαν χίλια αστραπόβροντα και σαν χίλιες πλημμύρες.ανοίξτε σιδερόπορτες του Άδη αραχνιασμένες,ανοίξτε κλειστά στόματα, δίχως γλώσσα και χείλια,ανοίξτε χέρια άκληρα και οστέινες αγκαλιές…έρχεται το αίμα το ζεστό που αφήσατε στον κόσμο…πατέρες που σας καρτερούν ακόμα τα ορφανά, αδέλφια που σας κλαίγουνε αδέλφια κι αδελφάδες,παιδιά που αφήσατε άκληρους και μάνα και πατέρα…Άντρα που τη γυναίκα σου άφησες δίχως χαρά και χήρα,νοικοκυρά που άφησες τον άντρα σου στους ξένους…στο χώμα που ανήκει σας από καιρούς και χρόνια,πάππου προς πάππον, ελαφρύ, πατέρα προς πατέρα…κληρονομιά από τον Θεό κι από τα γονικά σας,το χώμα που σας δέχτηκε, κι εμάς μας περιμένει…σείστε το με τα γόνατα, τα κόκαλα απ’ τα χέριακαι βγείτε από τα μνήματα, βγείτε από τους τάφους…Βγείτε από μέσα οι νεκροί… Οι ζωντανοί θα μπούνε…ξηλώθηκαν, γκρεμίστηκαν τα δέντρα από τις ρίζες·η ρίζα έγινε κορφή, και η κορφή στο χώμα…Τα πάνω κάτω γύρισαν οι ράχες και οι κάμποι…Και τα ποτάμια εγύρισαν, ρέουν προς τις πηγές τους.κι ούτε στα σπήλια αφήνουν μας ούτε και στις χαράδρες,ούτε στα ήμερα ομαλά ούτε και στ’ άγρια δάση.θάλασσα μας απόμεινε, πέλαγος μας προσμένει…εκεί τάφος δεν φτιάχνεται και μνήμα δεν στεριώνει,κερί εκεί δεν ανάβεται, θυμίαμα δεν καίει,μνημόσυνο δεν γίνεται, σταυρό πού να καρφώσεις…του ουρανού μας η βροχή κι εμάς να μας δροσίζει…ο ήλιος απ’ τα όρη μας κι εμάς να μας ζεσταίνει,οι τάφοι να χλοΐζουνε, να ευωδιά το χώμα,νάρκισσοι μες στην άνοιξη, αγριόχορτα το θέρος,μάραντα το φθινόπωρο, λιβάνι το χειμώνα…Αρχιερείς και βασιλείς, όσιοι κι αγιασμένοι,κάνετε τόπο και για μας, να μπούμε να ταφούμε…Γιά βγείτε και αφήστε μας τους τάφους αδειανούς.άστραψε και εβρόντηξε και σείστηκαν τα κάστρα…απλώθηκε της Παναγιάς το εφτάχρωμο ζωνάρι και έλαμψε η θάλασσα, η γη και τα ουράνια.εφάνη η Χρυσοκέφαλος με τον Χριστό στα χέρια.Μαργαριτάρια έλαμπαν στην άκρη των ματιών τηςπου γύριζαν και ολουνούς τούς κοίταζαν θλιμμένακι ολόγυρα πετούσανε χίλιοι-μύριοι αγγέλοι.Εψάλλανε το «Ωσαννά» και το «Τη Υπερμάχω…».Μαζί ψέλναν κι οι άγγελοι. Και πάλι ηχούν καμπάνες……Κι ακούγεται από ψηλά, ψηλά από τα Ουράνια,μία φωνή, τρανή φωνή, σαν απ’ αγγέλου στόμα.χιλιάδες χρόνια φύλακες, και μέρες μυριάδες…και άλλα τόσα κι αν συμβούν, εδώ θα περιμένουν,θα αναμένουν τη Λαμπρή και το “Χριστός Ανέστη”…Θα καρτερούν το γυρισμό και τους ξενιτεμένους.άλλο γραμμένο έχετε, κι η Μοίρα σας είν’ άλλη.να ’ναι καλός ο δρόμος σας, όλα μέλι και γάλα…Ο δρόμος που ευλόγησα, η στράτα της ευχής μου Θα είναι στράτα και γυρισμού κι ευχή ξενιτεμένου».χωρίς Δεσπότη διαταγή και τη βοήθεια Διάκου.Μικρές καμπάνες και τρανές κρούουν δοξολογία.Η μία κρούει και τραγουδά, η άλλη κρούει και κλαίει,