Βροχάρης καιρός από το πρωί, μούχρωσε και νωρίς… «Του Σαρανταμέρου η μέρα, καλημέρα καλησπέρα» σαν που το λέγαν οι πρωτινοί.Είχε ντραπεί να τη ρωτήσει στο τηλέφωνο τα κατατόπια. Και να που είχε τώρα χάσει το δρόμο! Αφόρτιστο και το ρημάδι το κινητό, άλλη παλαβομάρα… Το σκοτάδι έπεφτε γρήγορα, κι οι αψηλοί τοίχοι των περιβολιών δεξιά κι αριστερά κρύβανε τα φωτάκια των σπιτιών. Απόλυτη σιωπή… Μοναχά κανένα σκυλί αλυχτούσε αραιά και πού.Ένιωσε σαν τον τυφλοπόντικα του γνωστού παραμυθιού που βρήκε το σπίτι του με τη μυρωδιά. Χτύπησε το κρουκέλι και νά´σου η θειά η Αργυρώ, η μικρή αδερφή του παππού, μ´ένα πλατύ χαμόγελο, ίδια κι απαράλλαχτη όπως τη θυμότανε. «Μωρέ μπράβο!» είπε από μέσα της. «Δεν την άγγιξε ο χρόνος τη θειά…».Η θεία την έσφιξε στην αγκαλιά της και δεν έλεγε να την αφήσει. «Καλώς τηνα! Πόσον καιρό έχω να σε διω… Επήγες πια στην ξενιτιά κι ήριξες μαύρη πέτρα!» Με το που μπήκε μέσα την επήρε η μυρωδιά των γλυκών. «Στην ώρα ήρτες, κόρη μου! Πάνω που ξεφούρνισα τα φοινίκια. Α φάμε τώρα λίγα αμέλωτα, κι ίσαμε τα Χριστούγεννα που θα τα μελώσω, να ξανάρτεις να τα φας και μελωμένα.».
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Chios News .
