Θεμιστοκλής Δευτεραίος Μούστας
(Μικρές ιστορίες, αστείες και σοβαρές, που έγιναν ή αφηγούνταν οι πελάτες, στο καφενείο του πατέρα μου στον Σύβρο.)
Μια «απίστευτη και ανεπανάληπτη», μικρή ιστορία σήμερα, που έγινε στον Σύβρο περίπου το 1950,και μου την διηγήθηκε η αδερφή μου η Μαρία πριν ένα μήνα περίπου.
Μικρή η αδερφή μου 10 -12 χρονών περίπου, και ήταν στην αυλή του καφενείου, όταν πέρναγε σχεδόν τρέχοντας η Αθηνά η Παναγούλη, με ένα μαντήλι (τσίπα παλιά Λευκαδίτικη) τυλιγμένο στο κεφάλι, και ένα μπουκάλι ξύδι στο χέρι.
Που πας Αθηνά; τι συμβαίνει; την ρώτησε κάποιος από το καφενείο.
Θα γυρίσω και θα σας πω, απάντησε η κυρά-Αθηνά, χωρίς να σταματήσει.
Την ακολούθησε ένας από τους πελάτες, για να δει τι συνέβηκε, ή μήπως χτύπησε κάποιο από τα παιδιά της, ο Γιώργος ή ο Αλέκος, δηλαδή γιατί ο Στάθης ήταν πολύ μικρός, για να βγει στην πλατεία για να παίξει.
Λίγο πιο πέρα από το καφενείο είναι η πλατεία του χωριού, και δίπλα η εκκλησία «η Παναγία στο Λιθάρι» που ήταν παλιό μοναστήρι και γύρω-γύρω υπήρχαν τότε παλιά «κελιά», μισογκρεμισμένα και ερειπωμένα. Εκεί, τα ερείπια, ήταν γεμάτα με πολλές «σφηκοφωλιές», και τα «Παναγουλάκια»* είπαν να «κάνουν» παιχνίδι με τις σφήγκες. Με ένα καλάμι στο χέρι, αγρίευαν τις σφήγκες για να παίξουν.
Τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας εξαφανίστηκαν βέβαια τρέχοντας, ενώ τα «Παναγουλάκια» έμειναν μόνα τους για να παίξουν με τις σφήγκες. Κούναγαν τα χέρια και το καλάμι, και όποιος δέχονταν τα λιγότερα τσιμπήματα θα κέρδιζε τον αγώνα.
Κάποιος ή ένα από τα παιδιά, έτρεξε και ειδοποίησε την μάννα τους την κυρά-Αθηνά, και αυτή έτρεξε με ένα μπουκάλι ξύδι στο χέρι για να τους βάλει στα τσιμπήματα και να λιγοστέψει ο πόνος.
Φώναζε η μάννα τους, να σταματήσουν και να πάνε να τους βάλει ξύδι** στα τσιμπήματα.
Τα «Παναγουλάκια» όμως δεν είχαν τελειώσει το παιχνίδι τους, και φώναζαν: Αθηνά*** φύγε, μην σε τσιμπήσουν οι σφήγκες, ενώ αυτοί συνέχιζαν και δεν είχαν πρόβλημα από τα 10 ή 20 τσιμπήματα, αρκεί να έβλεπαν ποιος θα κέρδιζε τον αγώνα.
Αυτά είναι παιχνίδια, και όποιος τολμάει όχι μικρός αλλά και μεγάλος, ας το επαναλάβει.
Αυτοί ήταν οι «Παναγούληδες», αψηφούσαν τον πόνο και τον κίνδυνο από παιδιά. Πολύ ζωηροί και ανθεκτικοί από μικροί, και έχω γράψει πολλές ιστορίες για αυτούς, ειδικά για τον Αλέκο, που ήταν πιο τακτικός θαμώνας του καφενείου, και είχαμε γίνει φίλοι, από μια φορά που μου είχε «σπάσει» το κεφάλι με μια πέτρα, και έχω ακόμη ένα σημάδι (ουλή) επάνω στο φρύδι.
Για άλλα παιδιά πέταξε την πέτρα για εκφοβισμό, αλλά πέτυχε εμένα που σαν πιο μικρός και πιο απονήρευτος, έβγαλα το κεφάλι από την κρυψώνα και την έφαγα «κατακούτελα». Έτρεξε μετά, να μου πλύνει τα αίματα, και να με παρηγορήσει, και όπως είπα από τότε γίναμε φίλοι.
* «Παναγουλάκια», έτσι τα έλεγαν όλοι τότε στο χωριό ή στο σχολείο, και σήμερα ακόμη οι παλιοί όταν διηγούνται τις ιστορίες τους έτσι τα αποκαλούν.
**Το ξύδι τότε, ήταν το μοναδικό φάρμακο για τα τσιμπήματα.
*** «Αθηνά», έτσι φώναζαν πάντα την μάννα τους.
Ο Αλέκος, μόλις είχε βγει βουλευτής πήγα στο γραφείο του στην Αθήνα να τον χαιρετήσω, και αφού με ρώτησε για το χωριό πήρε την μάννα του τηλέφωνο και της είπε: Αθηνά, (σκέτο, όχι μάννα) πάρε τον Μούστα να σου πει, τα νέα από το χωριό.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΙΟΣ «ΜΟΥΣΤΑΣ»
ΣΥΒΡΟΣ 29/3/2026
Στις φωτογραφίες:
στην δεύτερη είναι Αλέκος, η κυρά-Αθηνά και ο Στάθης και στην τρίτη ο Γιώργος ο Παναγούλης.


