Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα*
Υπάρχει ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια σε εκατοντάδες ελληνικά χωριά κάθε Πάσχα, κάθε Αύγουστο, κάθε εορτή: αυτοκίνητα με αττικές πινακίδες παρκάρουν μπροστά σε σπίτια που ανοίγουν για λίγες μέρες, τα παντζούρια μένουν σχεδόν κλειστά, τα τζάμια αδιαπέραστα, και οι άνθρωποι μέσα τους συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε κατοχή εχθρικού εδάφους. Δεν κατεβαίνουν στα καφενεία, δεν χαιρετούν τους γείτονες, δεν μιλούν με τους ντόπιους, δεν συμμετέχουν σε τίποτα — εκτός από τη λειτουργία του Πάσχα, γιατί αυτό είναι υποχρεωτικό σε επίπεδο προσχήματος. Και μετά εξαφανίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Παρόλα αυτά, από την Αθήνα, τηλεφωνούν τακτικά σε φίλους που παραμένουν εκεί για να ρωτήσουν «τι γίνεται στο χωριό». Ζητούν πληροφορίες για μια κοινωνία από την οποία έχουν αυτοεξαιρεθεί· αναζητούν νέα από έναν κόσμο που ενώ φθίνει, οι ίδιοι αρνούνται να συν-παράξουν σε αυτόν. Η ψευδαίσθηση της ταυτότητας: «Έχω Χωριό» Το πρώτο και θεμελιώδες στρώμα αυτής της ψυχολογίας είναι μια ταυτοτική απόφαση χωρίς αντίκρισμα. Στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, το «έχω χωριό» παραμένει φόρμουλα κοινωνικής νομιμοποίησης — δηλώνει ρίζες, καταγωγή, μια μη-αστικότητα που δεν ντροπιάζει. Ο Αθηναίος απόδημος το έχει ακόμη ως σήμα ταυτότητας: είμαι κάποιος που «έχει» κάπου να ανήκει, δεν είμαι απλώς ένας χαμένος στην ανωνυμία της πόλης. Όμως αυτή η υπόθεση είναι αναφορική και όχι πραγματική. Το χωριό υπάρχει στην ταυτότητά του ως αφήγημα και ως περιουσιακό στοιχείο — στο κτηματολόγιο και στα λόγια — αλλά όχι ως βιωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Και εδώ εμφανίζεται μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική συμπεριφορά: αρκετοί τηλεφωνούν έστω αραιά σε φίλους και γνωστούς που ζουν στο χωριό για να ενημερωθούν και πάλι. Ποιος γεννήθηκε, ποιος πέθανε, τι κατασκευάζεται, τι έγινε με εκείνη την υπόθεση. Η ειρωνεία είναι οξύτατη: ζητούν πληροφορίες για μια κοινωνική ζωή στην οποία αρνούνται να συμμετέχουν. Είναι η στάση του συνδρομητή που δεν παίζει αλλά θέλει να γνωρίζει την κατάσταση της παρτίδας — μια στάση που προδίδει ακριβώς αυτό που ο ίδιος διαψεύδει: ότι το χωριό τον αφορά βαθύτατα, αλλά δεν είναι διατεθειμένος- η να πληρώσει το κοινωνικό τίμημα αυτής της σχέσης. Η πιο ωμή έκφραση αυτής της σχέσης εκδηλώνεται όταν τίθεται το ερώτημα της λειτουργικής χρησιμότητας: τι ακριβώς προσφέρει η παρουσία αυτών των ανθρώπων στον τόπο τους; Δεν χτίζουν σχέσεις, δεν κάνουν αγοραπωλησίες με τους ντόπιους, δεν φέρνουν κοσμοπολιτισμο, δεν επενδύουν, δεν παρακινούν τα νέα παιδιά ή δεν γνωρίζουν καν πια τον τόπο. Δεν παντρεύονται με ντόπιους, δεν τους γνωρίζουν ούτε στην Αθήνα. Η παρουσία τους δεν παράγει κυκλοφορία κεφαλαίου, κοινωνίας, ή ακόμα και απλής ανθρώπινης επαφής. Είναι παρουσία μηδενικής προστιθέμενης αξίας — σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Υπάρχουν στο χωριό ως σκιές, με τον τρόπο που ένας μέτοχος υπάρχει σε μια εταιρεία που δεν επισκέπτεται ποτέ και δεν ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις. Κρατούν μερίδιο αλλά αρνούνται ευθύνη. Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο και δραματικό δημογραφικό πλαίσιο. Η Ελλάδα έχει «χάσει» πάνω από 720.000 κατοίκους μεταξύ 2008 και 2025, με τις μεγαλύτερες απώλειες στις ηλικίες 30–44 ετών. Σε πολλές περιοχές η ερημοποίηση αγγίζει το 20–30% μείωση του πληθυσμού στην τελευταία δεκαετία, ενώ περίπου 1.160 οικισμοί εκτιμάται ότι δεν θα έχουν κανέναν κάτοικο στις επόμενες δεκαετίες. Η ερημοποίηση δεν εξηγείται μόνο από τη γήρανση η την αποβιωση και τη μετανάστευση των μονίμων κατοίκων — εξηγείται και από την παθητικότητα όσων θα μπορούσαν να επιστρέψουν αλλά επιλέγουν να μην το κάνουν Το φαντασιακό Πατριαρχικό βλέμμα Η δεύτερη στρωματογραφία αυτής της νοοτροπίας είναι ψυχολογικά η πιο ενδιαφέρουσα, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τα οποία τα φαντάσματα του παρελθόντος κυβερνούν συμπεριφορές του παρόντος χωρίς να υπάρχει πλέον η βάση που τα παρήγαγε κάποτε. Οι Αθηναίοι συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται υπό το βλέμμα μιας αυστηρής, κλειστής κοινωνίας που κρίνει, ελέγχει, σχολιάζει και τιμωρεί κάθε παρέκκλιση από τις νόρμες. Αποφεύγουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κοριτσιών, φυλάνε τα «μέσα», αρνούνται κάθε ανεπίσημη επαφή με ντόπιους άνδρες, και δρουν με μια επαγρύπνηση που θα ήταν δικαιολογημένη αν βρίσκονταν σε μια κοινωνία με πυκνό κοινωνικό γεγονός. Ο κόσμος αυτός όμως δεν υπάρχει πια. Η γενιά που εκπροσωπούσε εκείνη την αυστηρή, πατριαρχικά οργανωμένη κοινωνία — οι παλιοί χωρικοί που κάθονταν στο καφενείο από τα χαράματα και κατέγραφαν τα πάντα, που είχαν γνώμη για κάθε οικογένεια, που λειτουργούσαν ως άτυπο δικαστήριο κοινωνικής νόρμας — έχει πεθάνει ή εξαφανιστεί εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον. Τα χωριά σήμερα δεν διαθέτουν τον κοινωνικό χώρο που παράγει ούτε καν κουτσομπολιό — δεν υπάρχει καν κόσμος για να κρίνει. Παρόλα αυτά, η συμπεριφορά παραμένει αναλλοίωτη, ως αν το βλέμμα εκείνο εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για αντίδραση σε εξωτερική απειλή — πρόκειται για εσωτερικευμένο φόβο που έχει πλέον αποκοπεί από την αρχική του αιτία και έχει γίνει αυτόνομος μηχανισμός. Στην ψυχανάλυση, αυτό ονομάζεται φαντασιακό: το άτομο δρα υπό μια φαντασιακή επιτήρηση, ανεξαρτήτως του αν αυτή υπάρχει πραγματικά. Ο φόβος δεν χρειάζεται πια αντικείμενο για να λειτουργεί. Το σύνδρομο του παρατηρητή: Θέλουν να βλέπουν χωρίς να «φαίνονται». Πάνω σε αυτό το φανταστικό υπόστρωμα αναπτύσσεται μια συμπεριφορά που θα μπορούσα να ονομάσουμε «κοινωνικό κρυφτό»: η επισήμανση της πληροφορίας και της παρατήρησης χωρίς αντίστοιχη έκθεση του εαυτού. Έρχονται στο χωριό, κοιτούν έξω, καταγράφουν κινήσεις, και ύστερα κλείνονται σπίτι. Παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν. Είναι θεατές μιας ζωής που δεν ζουν. Στην κοινωνική ψυχολογία, αυτή η αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη δομή: το άτομο επιθυμεί τα κοινωνικά της κοινότητας — πληροφορία, ανήκειν, ταυτότητα — χωρίς να αποδέχεται κοινωνικές συμπεριφορές που τα παράγουν. Η ειρωνεία είναι εξοργιστική: οι ίδιοι αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν εδώ και δεκαετίες το επιχείρημα του «κουτσομπολιού» για να δικαιολογήσουν την αποχή τους — «στα χωριά σε κοιτάνε, σε κρίνουν». Αλλά αυτός ο κόσμος έχει εκλείψει — και σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ποτέ τόσο απειλητικός όσο τον επικαλούνταν. Ο φόβος του «τι θα πει ο κόσμος» ήταν πάντα μερικώς ένα άλλοθι για την αποφυγή. Τώρα που ο κόσμος έπαψε να κρίνει γιατί απλώς δεν υπάρχει, το άλλοθι έχει εκπνεύσει — αλλά η συμπεριφορά παραμένει αμετάβλητη. Η Εκκλησία, η τηλεόραση και η κατάλυση της κοινωνικής σύμβασης Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία αυτής της νοοτροπίας είναι η σχέση αυτών των ανθρώπων με την εκκλησία. Πηγαίνουν στη λειτουργία — κυρίως τη Μεγάλη Παρασκευή ή την Ανάσταση— αλλά αυτή η παρουσία είναι καθαρά τελετουργική και ατομική: ανάβεις κερί, κάνεις το σταυρό σου, λες «χρόνια πολλά» σε δύο-τρεις ανθρώπους που βλέπεις μια φορά τον χρόνο, και φεύγεις. Ο θεσμός της εκκλησίας, που ιστορικά στην ελληνική ύπαιθρο λειτούργησε ως ο κεντρικός κόμβος της κοινωνικής ζωής — εκεί που κανονίζονταν οι συμφωνίες, τα νέα, η συλλογική μνήμη — έχει πλέον υποβαθμιστεί σε φόντο διακόσμησης. Το κενό που αφήνει η εκκλησία ως κοινωνικός ρυθμιστής δεν παρέμεινε κενό — καλύφθηκε από δύο άλλους μηχανισμούς που λειτουργούν ανορθωτικά: την τηλεόραση και την κεντρική πολιτική. Η τηλεόραση έδωσε στον Αθηναίο εκτός πόλης ένα υποκατάστατο κοινωνικής ζωής — εικόνες, πρόσωπα, «νέα» από έναν κόσμο που τον αφορούσε περισσότερο από τον γείτονά του. Η πολιτική έδωσε ταυτότητα συλλογική που δεν απαιτούσε τοπική συμμετοχή. Κανείς δεν χρειαζόταν πλέον την εκκλησία ούτε το καφενείο για να νιώσει μέλος κάποιου συνόλου. Αυτό που κάποτε παρήγαγε η τοπική κοινωνία — κοινή ταυτότητα, ανήκειν, κοινωνικός έλεγχος — αντικαταστάθηκε από μηχανισμούς που δεν απαιτούν παρουσία σε κανέναν συγκεκριμένο τόπο. Ο ρόλος των γυναικών: Η αόρατη διοίκηση. Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά λειτουργεί ένας δεύτερος κινητήρας που σπάνια ονοματίζεται ανοιχτά: ο έλεγχος που ασκούν οι σύζυγοι των Αθηναίων ιδιοκτητών πάνω στις μετακινήσεις της οικογένειας. Οι γυναίκες αυτές — που έχουν μεγαλώσει στην πόλη ή στα προάστια, που έχουν χτίσει την ταυτότητά τους πάνω στις αξίες του αστικού τρόπου ζωής — βλέπουν το χωριό ως υποβιβασμό κοινωνικού status. Για αυτές, το χωριό δεν είναι καθόλου «γλυκόπικρη επιστροφή στις ρίζες»· είναι ένας χώρος που απαιτείται οικειότητα με αγνώστους, έκθεση σε μια κλίμακα αξιολόγησης που δεν ελέγχουν, και ανταγωνισμός για προσοχή σε ένα περιβάλλον όπου τα κριτήρια δεν ορίζονται από εκείνες. Αλλά πέρα από το status, υπάρχει ένα βαθύτερο, σπάνια ομολογούμενο στρώμα: η ιδέα της σχέσης με τον επαρχιώτη άνδρα προκαλεί σε αυτές τις γυναίκες μια αντίδραση που δεν έχει να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο αλλά με την κατηγορία. Ο επαρχιώτης έχει αποκλειστεί εκ προοιμίου από κάθε πεδίο κοινωνικής ή ερωτικής επιλογής — όχι λόγω χαρακτήρα, ικανοτήτων ή εμφάνισης, αλλά λόγω γεωγραφίας. Το στίγμα είναι τυφλό και κατηγορηματικό. Τρεις δεκαετίες πριν αυτός ο αυτοματισμός δεν ήταν τόσο οξύς — υπήρχαν γάμοι μεταξύ αποδήμων και ντόπιων, υπήρχαν σχέσεις που γεφύρωναν τη γεωγραφική απόσταση. Σήμερα, η εσωτερικευμένη ιεραρχία έχει γίνει τόσο απόλυτη που η ιδέα μιας τέτοιας σύνδεσης αντιμετωπίζεται σαν υποβιβασμός — σαν κάτι που δεν επιτρέπεται καν να διανοηθεί κανείς. Και αυτή η στάση ενοχοποιεί ακόμα και μια απλή καλησπέρα, μετατρέποντας κάθε φυσιολογική ανθρώπινη επαφή σε κάτι επικίνδυνο που πρέπει να αποφευχθεί. Ο σύζυγος, από την πλευρά του, έχει μάθει να μην αντιστέκεται. Δεν έχει τον ψυχολογικό χώρο ούτε τη διάθεση σύγκρουσης για κάτι που δεν βιώνει ως επείγον — άλλωστε, και αυτός έχει αποκοπεί. Το αποτέλεσμα είναι ότι η οικογένεια αποφεύγει μαζικά κάθε κοινωνική επαφή, και η απόφαση αυτή κωδικοποιείται ως «ηρεμία» ή «αποφυγή φασαρίας» — αλλά στην πραγματικότητα είναι ευνουχισμός της κοινωνικής ζωής που παριστάνει φιλοσοφία. Η διάρρηξη της γενεαλογικής αλυσίδας Αυτό που κάνει την κατάσταση τραγική και όχι απλώς εξοργιστική είναι η σύγκριση με τη γενιά που προηγήθηκε. Οι πατεράδες αυτών των ανθρώπων — η γενιά που έφυγε στην Αθήνα στις δεκαετίες του ’60 και ’70 — διατηρούσαν μια άλλη διαλεκτική με τον τόπο καταγωγής τους. Έρχονταν συχνά, έμεναν για εβδομάδες ή μήνες, είχαν εμπορικές και κοινωνικές συναλλαγές με τους ντόπιους, βλέπονταν τακτικά. Ανάμεσα στους μόνιμους κατοίκους και τους απόδημους υπήρχε μια πραγματική σχέση — επαφή που παρήγαγε σχέσεις, φιλίες, εμπορικές συναλλαγές, γνωριμίες και ακόμη και γάμους. Ο «φευγάτος» δεν ήταν εχθρός ή άγνωστος· ήταν κάποιος που ξέρεις πού ζει, τι κάνει και ποτέ έρχεται. Αυτή η μακρά παραμονή δεν ήταν τυχαία — είχε υλικές προϋποθέσεις που σήμερα έχουν εκλείψει. Το δημόσιο στην πρώτη εποχή του παρείχε άδειες που μετρούνταν σε μήνες, όχι σε μέρες. Οι μητέρες δεν εργάζονταν στην πλειονότητά τους, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσαν να μεταβούν στο χωριό από τον Ιούνιο και να επιστρέψουν τον Σεπτέμβριο με τα παιδιά, ενώ ο σύζυγος ερχόταν τα Σαββατοκύριακα ή τον Αύγουστο. Οι συνταξιούχοι έμεναν έξι μήνες τον χρόνο στο χωριό — ήταν μέρος της ρουτίνας τους, η φυσική επέκταση ενός βίου που δεν είχε ακόμη ταυτιστεί με τον αστικό ρυθμό. Υπήρχαν επίσης αγροτικές εκμεταλλεύσεις, κτήματα που καλλιεργούνταν, ελαιόδεντρα που μαζεύονταν — υλικοί δεσμοί που δεν επέτρεπαν την αποσύνδεση. Τα παιδιά ανέβαιναν με το λεωφορείο το καλοκαίρι, και το χωριό ήταν γι’ αυτά βιωμένη γεωγραφία, όχι αόριστη ταυτοτική αναφορά. Οι διάδοχοι αυτών των ανθρώπων, σήμερα, έρχονται τρεις μέρες τον χρόνο, δεν κατεβαίνουν στο καφενείο, και τους ντόπιους τους βλέπουν μια φορά τον χρόνο με ένα παγωμένο «χρόνια πολλά» έξω από την εκκλησία. Αυτό δεν είναι συνέχεια — είναι ρήξη. Η κοινωνική σύμβαση που έδενε τους απόδημους με τον τόπο έχει διαλυθεί εδώ και δύο γενιές, και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να την ξαναγράψει. Η ιδιοκτησία κληρονομήθηκε, αλλά η σχέση με τον τόπο δεν κληρονομείται — είναι εκτέλεση πράξης, επιλογή, επένδυση χρόνου. Ο παράδοξος συνταξιούχος: άφθονος χρόνος, μηδενική παρουσία Η πιο ανεξήγητη έκφραση αυτής της νοοτροπίας δεν είναι ο νέος εργαζόμενος που «δεν έχει χρόνο» — είναι ο συνταξιούχος που έχει άφθονο χρόνο και δεν έρχεται. Πρόκειται για την πιο απογυμνωμένη, πιο ανυπεράσπιστη μορφή αυτής της αποχής: ο άνθρωπος που έχει αποδεσμευτεί από εργασιακές εργασίες, οικογενειακά ωράρια, σχολικά προγράμματα — ο άνθρωπος για τον οποίο κυριολεκτικά δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό εμπόδιο — και παρόλα αυτά παραμένει στην Αθήνα. Η γενιά των σημερινών εξηντάρηδων και εβδομηντάρηδων δεν επαναλαμβάνει το πρότυπο της γονεϊκής της γενιάς — δεν πηγαίνει στο χωριό για μήνες, δεν επαναφέρει τη ρουτίνα της εποχικής παραμονής. Κάθεται στην Αθήνα, βλέπει τηλεόραση, πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ, κυκλοφορεί στα πάρκα — και το χωριό παραμένει σφραγισμένο. Ψυχαναλυτικά, αυτό αποκαλύπτει ότι το εμπόδιο δεν ήταν ποτέ ο χρόνος. Ήταν η βούληση, η ταυτότητα, η φοβία. Ο χρόνος ήταν μια βολική δικαιολογία για μια επιλογή που είχε ήδη γίνει σε βαθύτερο επίπεδο — και όταν ο χρόνος δόθηκε απεριόριστα, η επιλογή δεν άλλαξε, γιατί ουδέποτε είχε να κάνει με τον χρόνο. Το χωριό τρομάζει αυτούς τους ανθρώπους ακριβώς γιατί τους εκθέτει στον εαυτό τους χωρίς τις προστατευτικές κατασκευές της πόλης — χωρίς τη δουλειά που δίνει ταυτότητα, χωρίς τις παρέες που επιβεβαιώνουν status, χωρίς τους ρυθμούς που γεμίζουν το κενό. Το χωριό είναι καθρέφτης — και αυτός ο καθρέφτης δεν κολακεύει κανέναν. Η παγωμένη κτηματαγορά ως συνέπεια της αδράνειας Όλη αυτή η ψυχολογία δεν παράγει μόνο κοινωνική αδράνεια — παράγει και οικονομική παράλυση. Η πλειονότητα των ακινήτων στα ελληνικά χωριά ανήκει σε απόδημους που δεν τα χρησιμοποιούν, δεν τα νοικοκυρεύουν, δεν τα πουλούν, δεν εντάσσονται σε κανένα αναπτυξιακό πρόγραμμα. Βρίσκονται σε κατάσταση αιώνιας «αναμονής» — για τον χρόνο που δεν θα έρθει ποτέ, για την απόφαση που δεν θα ληφθεί ποτέ. Ο ιδιοκτήτης δεν έχει κίνητρο να πουλήσει γιατί «αυτό είναι το σπίτι του παππού» — και ταυτόχρονα δεν έχει κίνητρο να κάνει, γιατί χρειάζεται να αξιοποιήσει ψυχικό κεφάλαιο σε κάτι που έχει εδώ και καιρό αποδεσμεύει ψυχικά. Ακόμα και αγροτουριστικές επενδύσεις και ευρωπαϊκά πέφτουν στο κενό, γιατί δεν υπάρχει τοπική κοινωνία να τα υποδεχτεί και να τα αξιοποιήσει. Η δημογραφική τραγωδία: άνδρες χωρίς γυναίκες, γυναίκες χωρίς παρέα Αν η συμπεριφορά των αστών επισκεπτών έχει ένα ψυχολογικό πρόσωπο, έχει και ένα κοινωνικό σώμα: τα ανθρώπινα υπολείμματα που αφήνει πίσω της. Η Αττική συγκεντρώνει περίπου το 36% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, με τις γυναίκες να υπερτερούν κατά 170.495 άτομα έναντι των ανδρών — ένα στατιστικό που αντικατοπτρίζει μια πολύ συγκεκριμένη εσωτερική μετανάστευση: νέες γυναίκες από την επαρχία που μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα για σπουδές, εργασία και αυτονόμηση, και δεν επιστρέφουν. Αντίθετα, στις περιφέρειες της επαρχίας οι άνδρες υπερτερούν αριθμητικά, και στο επίπεδο επιμέρους χωριών η δυσαναλογία δεν μετριέται πια σε ποσοστά αλλά σε εμπειρική βεβαιότητα: μπορείς να κάνεις τον γύρο ενός χωριού και να μην δεις γυναίκα κάτω από τα πενήντα. Σε αυτό το δημογραφικό κενό, η εμφάνιση μιας αστής γυναίκας στο χωριό δεν είναι απλώς κοινωνικό γεγονός — είναι σχεδόν ανθρωπολογικό. Για έναν άντρα που ζει σε ένα χωριό με υψηλό αριθμό ανύπαντρων ανδρών και μονοψήφιο αριθμό γόνιμων ηλικιακά γυναικών, η παρουσία μιας γυναίκας από την Αθήνα ενεργοποιεί αυτόματα έναν πυρήνα κοινωνικής ελπίδας — ακόμα και αν η εκδήλωσή της είναι απλή: ένα βλέμμα, μια καλημέρα, μια κουβέντα για τον καιρό. Αυτά δεν είναι φλερτ — είναι οι ελάχιστες ανθρώπινες κινήσεις που αποτελούν τη γλώσσα κάθε ζωντανής κοινωνίας. Η αντίδραση των οικογενειών που συνοδεύουν αυτές τις γυναίκες — η επιδεικτική αποφυγή, η απόσυρση πίσω από κλειστές πόρτες, η άρνηση κάθε ανεπίσημης επαφής — δεν λειτουργεί ως ουδέτερη επιλογή: λειτουργεί ως ανοιχτή απόρριψη. Και η απόρριψη αυτή δεν απευθύνεται μόνο σε κάποιον «ανεπιθύμητο ντόπιο» — απευθύνεται στον ίδιο τον τόπο, στη δυνατότητα του χωριού να αναπαράγει κοινωνική ζωή. Ενοχοποιεί ακόμα και την καλησπέρα. Αυτό το φαινόμενο δεν αφορά όμως μόνο τους άνδρες της επαρχίας. Αφορά εξίσου τις ελάχιστες γυναίκες που παραμένουν εκεί — αυτές που δεν έφυγαν ή επέστρεψαν — και οι οποίες αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό αποκλεισμό από μια διαφορετική γωνία: δεν έχουν παρέα. Ζουν σε ένα περιβάλλον ανδρικής πλειοψηφίας, χωρίς γυναίκες με τις οποίες να οικοδομήσουν φιλίες, σχέσεις, κοινωνική ζωή. Και οι Αθηναίες επισκέπτες που θα μπορούσαν θεωρητικά να παρέχουν αυτή τη γυναικεία παρέα επιλέγουν και αυτές να κυκλοφορούν αποκλειστικά στα δικά τους αθηναϊκά κυκλώματα — αγνοώντας τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες του τόπου με την ίδια συστηματικότητα. Ο κοινωνικός ρατσισμός της διαλογής και ο ασφυκτικός προγραμματισμός Αν η αποχή ήταν απλώς ιδιωτική επιλογή, θα ήταν δυνατό — έστω και με δυσκολία — να γίνει σεβαστή. Το πρόβλημα είναι ότι είναι επιδεικτική, πολλές φορές εσκεμμένα επιδεικτική. Οι αστοί επισκέπτες, όταν βγαίνουν από το σπίτι τους, κάνουν παρέα συνήθως αποκλειστικά με άλλους Αθηναίους — αναζητούν τους γνωστούς τους από την πόλη, συνεχίζουν τη ζωή της Αθήνας σε άλλο σκηνικό. Αυτό αποτελεί μια σιωπηλή αλλά πλήρως αποκωδικοποιημένη δήλωση κοινωνικής ιεραρχίας: εσείς οι ντόπιοι δεν είστε ισάξιοι συνομιλητές, δεν αξίζετε την κοινωνική μας επένδυση, δεν ανήκετε στη δική μας κατηγορία ανθρώπων. Ο κοινωνικός ρατσισμός που δεν ονοματίζεται ούτε αναγνωρίζεται από αυτόν που τον ασκεί είναι ακριβώς αυτός που παράγει τη μεγαλύτερη ζημιά — γιατί δεν προσφέρεται ούτε για σύγκρουση ούτε για διόρθωση. Και στην πυρήνα αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται κάτι ακόμη βαθύτερο: ο φόβος του απρόοπτου. Οι επισκέψεις στο χωριό το Πάσχα π.χ. έχουν συρρικνωθεί σε τρεις το πολύ ημέρες — και αυτές οι τρεις μέρες είναι προγραμματισμένες με ακρίβεια αστικού ωραρίου: ώρα για αναχώρηση προκαθορισμένη, κάθε ώρα της ημέρας κατανεμημένη. Ακόμα και η ώρα της χαλάρωσης είναι ασφυκτική οριοθετημένη. Δεν πηγαίνουν στο χωριό για να αφεθούν — πηγαίνουν φέρνοντας μαζί τον ρυθμό της πόλης, τα ωράρια της πόλης, τα reflexes της πόλης. Το χωριό είναι απλώς ένα διαφορετικό γεωγραφικό σκηνικό για την ίδια παρτιτούρα. Το κωμικό σύμπτωμα αυτής της ψυχολογίας εκδηλώνεται και στα πλυντήρια αυτοκινήτων: όλοι κλείνουν ραντεβού για πλύσιμο αυτοκινήτου στην επαρχία, ενώ μπορούν να το κάνουν στην Αθήνα. Η λεπτομέρεια είναι διαφωτιστική: τρέμουν να αφεθούν στο παραμικρό απρόοπτο. Στην ψυχανάλυση, αυτός ο ασφυκτικός προγραμματισμός αποκαλύπτει μια αντιστάθμιση — ελέγχουν παθολογικά ό,τι μπορεί να ελεγχθεί, γιατί τα μεγάλα δεν ελέγχονται. Στο όνομα της χαλάρωσης παράγουν ένταση· στο «όνομα» των διακοπών συνεχίζουν την πόλη. Το σβησμένο ασβέστωμα: Η ανατροπή των ρόλων και η διακοσμητική γυναίκα Ανάμεσα σε όλα τα σύμβολα που έχουν σβήσει από την ελληνική ύπαιθρο, ένα ξεχωρίζει για την αισθητική και συναισθηματική του φόρτιση — και δεν είναι τυχαίο ότι το θρηνεί ακόμα ένα τεράστιο κοινό μέσα από παλιές φωτογραφίες και αφηγήσεις στα social media. Πρόκειται για το ασβέστωμα των αυλών: η τελετουργία κατά την οποία οι νοικοκυρές της ελληνικής επαρχίας ασβέστωναν τα κατώφλια, τις αυλές, τα πεζούλια και τα δέντρα, μετατρέποντας κάθε γειτονιά σε μια εικόνα επιμελημένης λευκότητας. Η παράδοση αυτή δεν ήταν απλώς αισθητική — είχε βαθιές θρησκευτικές, υγιεινολογικές και κοινωνικές ρίζες, από την εποχή των αρχαίων πόλεων ως τις Σμυρνιές πρόσφυγες του 1922. Η νοικοκυρά που ασβέστωνε δεν εκτελούσε απλώς εργασία — τελούσε μια πράξη σεβασμού απέναντι στον τόπο, στους διαβάτες, στον Θεό που θα περνούσε με τον Επιτάφιο. Σήμερα, αυτό το έθιμο είναι ουσιαστικά νεκρό. Σε ολόκληρα χωριά και κωμοπόλεις, ανά είκοσι ή τριάντα σπίτια, είναι ζήτημα αν εντοπιστεί έστω μία νοικοκυρά που να ασβεστώνει. Στην πραγματικότητα, σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει καμία. Η νοικοκυρά που ασβέστωσε το κατώφλι της πριν το Πάσχα έχει μετατραπεί σε μορφή τόσο σπάνια ώστε να δικαιολογεί ανθρωπολογική καταγραφή — ή, πιο εύστοχα, κήρυξη της ως προστατευόμενου είδους. Ορισμένοι δήμοι, αντιλαμβανόμενοι την αισθητική κατάπτωση, αναθέτουν περιοδικές εργασίες ασβεστώματος σε δημόσιους χώρους. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που δεν ξεφεύγει σε όποιον κοιτάξει προσεκτικά: αυτοί που κρατούν τον κουβά με τον ασβέστη είναι αποκλειστικά άνδρες. Όχι επειδή δεν υπάρχουν γυναίκες εργαζόμενες στους δήμους — υπάρχουν. Αλλά γιατί η λογική που κυβερνά αυτές τις αναθέσεις έχει ήδη ενσωματώσει ως αυτονόητο ότι αυτή η δουλειά είναι «βαριά», άρα ανδρική. Η ειρωνεία είναι πλήρης: το μοναδικό έθιμο που ιστορικά ήταν γυναικείο κατ’ εξοχήν, που αναπαριστά θηλυκότητα, φροντίδα και στοργή για την οικία και τον δημόσιο χώρο, εκτελείται τώρα από άνδρες εργολάβους δήμων — ή δεν εκτελείται καθόλου. Αυτό δεν είναι ισότητα των φύλων· είναι η πλήρης ισοπέδωσή τους — η διαγραφή μιας ιδιαίτερης, μη αντικαταστάσιμης γυναικείας παρουσίας από τη δημόσια αισθητική ζωή. Αλλά η ανατροπή των ρόλων δεν σταματά εκεί — απλώς ξεκινά από εκεί. Εκεί όπου γίνεται πιο καταθλιπτικά ορατή είναι στις ίδιες τις οικογένειες των επισκεπτών. Ειδικά οι εργένηδες Αθηναίοι — αυτοί που επιστρέφουν στο χωριό με μόνη συντροφιά τους ηλικιωμένους γονείς που δεν μπορούν πλέον να κάνουν τίποτα — αναλαμβάνουν ένα βάρος που δεν αντιστοιχεί σε ένα άτομο: ανοίγουν μόνοι τους το κλειστό σπίτι, καθαρίζουν, ξεχορταριάζουν, κάνουν τις τεχνικές εργασίες που έχουν συσσωρευτεί επί μήνες, αγοράζουν τρόφιμα, μαγειρεύουν, φροντίζουν τους γονείς και ψήνουν το αρνί. Κανένας δεν ήταν εκεί για να βοηθήσει να ανοίξει το σπίτι νωρίτερα, κανένας δεν έχει φροντίσει τίποτα εκ των προτέρων. Στις οικογένειες με γυναίκα και παιδιά, η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη — απλώς ο βαρύς ρόλος κατανέμεται σε περισσότερα χέρια, που όμως εξακολουθούν να είναι ανδρικά. Σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες οδηγούν σε εξίσου μεγάλο βαθμό στην Αθήνα, η μετάβαση στο χωριό παράγει αυτόματα έναν αόρατο διαχωρισμό ρόλων: ο άνδρας οδηγεί, η γυναίκα «κάνει παρέα». Ο άνδρας θα ανοίξει και θα καθαρίσει το σπίτι, θα πάει στο σούπερ μάρκετ, θα κάνει τις υδραυλικές ή ηλεκτρολογικές εργασίες που παρέμειναν εκκρεμείς, θα πάει να πάρει καφέδες από το μαγαζί για όλη την οικογένεια, θα ψήσει το αρνί — και σε ορισμένες περιπτώσεις θα μαγειρέψει κιόλας. Οι γυναίκες είναι, κατά κανόνα, εντελώς διακοσμητικές: παρούσες στο σκηνικό, απούσες από τεχνική πρακτική λειτουργία. Βγάζουν μόνο βίντεο για τικτοκ. Αυτό δεν αναιρεί μόνο την έννοια της πρακτικής συμμετοχής — αναιρεί και το νόημα των ίδιων των θρησκευτικών εορτών, τις τελευταίες η παράδοση συνδέει αναπόσπαστα με γυναικείους ρόλους φροντίδας, προετοιμασίας και υποδοχής. Το Πάσχα δεν ήταν ποτέ μόνο λειτουργία και αρνί — ήταν εβδομάδες προετοιμασίας στις οποίες η γυναίκα ήταν ο κεντρικός εκτελεστής: καθάριζε, ασβέστωνε, έπλενε, έψηνε κουλούρια, ετοίμαζε τα κόκκινα αυγά, διακοσμούσε τον επιτάφιο. Η εκ των υστέρων ανάθεση όλων αυτών στον άνδρα — ή η πλήρης εγκατάλειψή τους — δεν είναι προοδευτική στάση απέναντι στην ισότητα: είναι ακρωτηριασμός του τελετουργικού σώματος της εορτής. Το αποτέλεσμα είναι ανδρική υπερκόπωση σε συνδυασμό με πλήρη απαξίωση της εμπειρίας. Ο άνδρας επισκέπτης — παντρεμένος ή εργένης — φτάνει στο χωριό ήδη κουρασμένος από την οδήγηση, καλείται να κάνει στο ελάχιστο διάστημα των τριών ημερών ό,τι δεν έγινε σε όλο τον χρόνο, εκτελεί και τους παραδοσιακούς ανδρικούς και τους γυναικείους ρόλους, και αναχωρεί πιο πολύ εξαντλημένος από ό,τι ήρθε. Σε αυτό το κλίμα, το χωριό δεν είναι ξεκούραση — είναι απλήρωτη υπερωρία σε εχθρικό περιβάλλον. Και αυτή η εμπειρία, επαναλαμβανόμενη χρόνο με τον χρόνο, τροφοδοτεί περαιτέρω την απέχθεια της επίσκεψης. Η Μηδενική Συμμετοχή στην Τοπική Οικονομία Η αποξένωση από τον τόπο δεν εκδηλώνεται μόνο κοινωνικά — εκδηλώνεται και οικονομικά, με τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία για το βάθος της. Τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης δεν αγοράζονται από το μαγαζί του χωριού — αγοράζονται από το σούπερ μάρκετ της κοντινότερης πόλης, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Αυτό δεν είναι πάντα συνειδητή επιλογή: είναι αντανακλαστική αντίδραση, βαθιά ενσωματωμένη στην αστική λογική της κατανάλωσης. Το μεγάλο σούπερ μάρκετ σημαίνει αναγνωρίσιμες μάρκες, τυποποιημένες τιμές, ανωνυμία — δεν χρειάζεται να μιλήσεις με κανέναν, δεν υποχρεώνει σε κοινωνική επαφή. Το μικρό μαγαζί του χωριού, αντίθετα, απαιτείται συνομιλία — και αυτό ακριβώς είναι που αποφεύγεται. Ακόμα και ο καθημερινός καφές — αυτό το πλέον ελληνικό κοινωνικό τελετουργικό — δεν πίνεται στο καφενεδάκι της γειτονιάς: ζητείται από τον άνδρα να πάρει takeaway για όλη την οικογένεια, ή αποφεύγεται εντελώς. Οι έξοδοι βράδυ δεν γίνονται στο τοπικό στέκι, αλλά σε μπαρ ή κλαμπ της κοντινής πόλης — εκεί όπου το περιβάλλον είναι πιο αστικό, τα πρόσωπα άγνωστα, η ανωνυμία εγγυημένη. Το άθροισμα όλων αυτών είναι μηδενική εισφορά στην τοπική οικονομία. Ο μπακάλης που παλιά ζούσε από την εποχή των εορτών, που γέμιζε τα ράφια του τον Απρίλιο και τον Αύγουστο γιατί ήξερε ότι ο κόσμος θα ερχόταν και θα ψώνιζε, δεν υπάρχει πλέον — ή αν υπάρχει, επιβιώνει μόνο με τους μόνιμους κατοίκους. Η εορταστική περίοδος, που θα μπορούσε να είναι η ανάσα της τοπικής οικονομίας, διέρχεται παράλληλα και αθόρυβα, χωρίς να την ακουμπήσει. Το βάρος που πέφτει στους λίγους Στο τέλος κάθε ανάλυσης, υπάρχει η ανθρώπινη εικόνα που δεν μπαίνει σε πίνακες. Είναι ο ηλικιωμένος που περιμένει στο παγκάκι έξω από το σπίτι του, γιατί το σπίτι που άνοιξε απέναντι — κλειστό έντεκα μήνες τον χρόνο — επιτέλους φωτίστηκε, και θέλει να πει δυο λόγια. Είναι ο νέος του χωριού που βλέπει γυναίκα στην ηλικία του ανά μήνες, και όταν τη δει δεν τολμάει ούτε καλημέρα — γιατί ξέρει ότι η απόσταση είναι εσκεμμένη, ότι θα ερμηνευτεί ως ενόχληση, και ότι το επιδεικτικό αβαντάζ του αστικού κοινωνικού κώδικα είναι πάντα εναντίον του. Σε κάθε εορτή, σε κάθε Σαββατοκύριακο που το χωριό γεμίζει πρόσωπα για μερικές ώρες, το βάρος όλης της κοινωνικής ανάγκης που συσσωρεύεται πέφτει στους ώμους των λίγων κοινωνικών ανθρώπων — ντόπιων ή μη — που έχουν διατηρήσει τη στοιχειώδη ικανότητα να μιλούν σε αυτόν που βρίσκεται μπροστά τους, αδιάκριτα από το πού γεννήθηκε. Αυτοί οι λίγοι γίνονται ο μαγνήτης όλης της κοινωνικής πείνας που κυκλοφορεί στο χωριό — γέροι, μοναχικοί ντόπιοι, ανύπαντροι άνδρες, ηλικιωμένες γυναίκες που δεν βλέπουν πρόσωπα για μέρες. Όλοι ζητούν από αυτούς μία κουβέντα, μία παρέα, μία βεβαίωση ότι υπάρχουν ακόμα. Ο κοινωνικά εξωστρεφής άνθρωπος δεν κουράζεται από την έλλειψη κοινωνίας — κουράζεται από το να φέρει μόνος του ό,τι έπρεπε να φέρουν εκατό. Και κάποια στιγμή, δικαίως, αποφασίζει να σταματήσει. Αυτή η απόφαση δεν είναι εγωισμός — είναι η φυσική κατάσταση μιας άνισης εξόδου που κανείς δεν ήθελε να διορθώσει όταν υπήρχε ακόμη χρόνος. Τι Θα Μπορούσε να Αλλάξει Δεν υπάρχουν εδώ επαναστατικές συνταγές. Υπάρχουν όμως απλές, βατές επιλογές που δεν απαιτούν ούτε θυσίες ούτε ηρωισμό — απαιτούν μόνο λίγη βούληση και λίγη ανατροπή της τεμπέλικης αστικής ρουτίνας. Τα παιδιά των οικογενειών — εκείνα που σήμερα ταξιδεύουν παθητικά μέσα στο αυτοκίνητο — θα μπορούσαν να έρθουν νωρίτερα στο χωριό, να ανοίξουν, να κάνουν τις πρώτες βαριές δουλειές πριν φτάσουν οι γονείς. Το ΚΤΕΛ υπάρχει — ή θα έπρεπε να υπάρχει — για ακριβώς αυτές τις μετακινήσεις. Και αυτό δεν είναι μόνο πρακτικά χρήσιμο: είναι τελετουργική ενηλικίωση, μύηση στη σχέση με τον τόπο μέσα από την πράξη και όχι μέσα από την παθητική συνοδεία. Το παιδί που ανοίγει μόνο του το πατρικό σπίτι για πρώτη φορά και κάνει τα πρώτα καθαρίσματα πριν έρθουν οι γονείς έχουν ήδη αποκτήσει μια σχέση με αυτό το σπίτι που δεν αποκτά ποτέ το παιδί που φτάνει σε έτοιμο και ανοιχτό σπίτι. Αντίστοιχα, οι συνταξιούχοι εξηντάρηδες — που έχουν χρόνο, κινητικότητα και ενέργεια — θα μπορούσαν να επανακτήσουν τη συνήθεια της μακράς εποχικής παραμονής που είχαν οι γονείς τους. Όχι ως θυσία, αλλά ως επιλογή ποιότητας ζωής: το χωριό τους προσφέρει ό,τι δεν μπορεί να προσφέρει κανένα διαμέρισμα της Αθήνας — ανοιχτό αέρα, ησυχία, χώρο, κοινωνική ζωή που δεν χρειάζεται χρήμα. Αυτοί που έχουν εθιστεί στους μαλθακούς ρυθμούς του αστικού διαμερίσματος και της τηλεόρασης δεν χρειάζονται σκληρή αποδέσμευση — χρειάζονται απλώς να κριθεί ότι το χωριό δεν είναι υποβιβασμός. Ότι είναι επιλογή. Και ότι κάθε μέρα που κερδίζεται εκεί είναι μια μέρα που δεν χάνεται στη συμφόρηση, στον θόρυβο και στην ανωνυμία μιας πόλης που δεν τους χρειάζεται. Αυτό που κάποτε ονομαζόταν «κοινωνία» σε ένα ελληνικό χωριό δεν ήταν απλώς η συνύπαρξη στον ίδιο χώρο — ήταν μια συμφωνία αμοιβαίας υποχρέωσης, μια γραφική σύμβαση που έλεγε: είμαι εδώ, άρα σε αφορώ και με αφοράς. Αυτή η σύμβαση έχει σκιστεί στα δύο. Και κανείς από αυτούς που την έσκισαν δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι έτσι έχασε κάτι που δεν ξαναγίνεται. *Ο Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος Αθήνας και κατάγεται από το Μοναστηράκι Βόνιτσας
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας .
