Το μοναδικό αρχαιολογικό εύρημα των 79 «Δεσμωτών», που ήλθε στο φως το 2016 κατά τις ανασκαφές για την κατασκευή του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), επιστρέφει στην αρχική του θέση στην Εσπλανάδα Φαλήρου, προστατευμένο εντός ειδικά διαμορφωμένου μουσειακού κελύφους. Το έργο υλοποιείται από το Υπουργείο Πολιτισμού με προϋπολογισμό 7,5 εκατ. ευρώ και χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Το έργο κατασκευής του κελύφους προστασίας έχει εξελιχθεί εντός χρονοδιαγράμματος. Η απόσπαση των σκελετών ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2023, με την φύλαξή τους να γίνεται εντός προσωρινού λυόμενου χώρου υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων. Η διαδικασία επαναφοράς περιλαμβάνει υδραυλικούς γρύλους και μεταλλικές τροχιές για την ασφαλή μετακίνηση των συστάδων των οστών στον νέο χώρο, διασφαλίζοντας την ακριβή τοποθέτησή τους εντός του κελύφους, στην ίδια θέση που είχαν ανακαλυφθεί.
Η κατασκευή του μουσειακού κελύφους χωρίζεται σε δύο φάσεις: η πρώτη αφορά την ολοκλήρωση του χώρου προστασίας με ειδικό άνοιγμα για την εισαγωγή των συστάδων, και η δεύτερη το κλείσιμο του ανοίγματος και την τελική διαμόρφωση του κτηρίου. Με την ολοκλήρωση και των δύο φάσεων, οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να παρατηρήσουν τους «Δεσμώτες» σε συνθήκες πλήρους προστασίας και με κατάλληλη μουσειολογική ανάδειξη.
Το εύρημα αναδείχθηκε για πρώτη φορά το 2016, κατά την περίοδο των ανασκαφών στον χώρο του παλαιού ιπποδρόμου στο Φάληρο, και η απόφαση για την κατά χώραν διατήρηση και ανάδειξή του λήφθηκε άμεσα. Ωστόσο, λόγω σημαντικής φθοράς και προβλημάτων διατήρησης, εγκρίθηκε η προσωρινή απόσπαση των οστών το 2020, με σκοπό την επανατοποθέτησή τους σε μόνιμο χώρο προστασίας.
Οι «Δεσμώτες» αποτελούν ένα σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα παγκοσμίου ενδιαφέροντος, καθώς η σιδηροδέσμια ομαδική ταφή είναι μοναδική για την εποχή και παρέχει πολύτιμα στοιχεία για την κοινωνική και πολιτική ζωή στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου. Το έργο ανάδειξης, το οποίο θα ολοκληρωθεί εντός του πρώτου εξαμήνου του 2026, θα προσφέρει στο κοινό μια μοναδική εμπειρία και θα ενισχύσει την κατανόηση της ελληνικής αρχαιολογικής κληρονομιάς.

