Skip to content

Μοιραστείτε το:

 Οἱ τέσσαροι Εὐαγγελιστές (Μκ 15, 42-46. Μθ 27, 57-60. Λκ 23, 54. Ἰω 19, 38-42) ἀφηγοῦνται πῶς ὁ Ἰωσήφ, συμπαραστατούμενος ἀπό τόν Νικόδημο (Ἰω 19, 39), ἐνταφίασε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι οἱ δυό «καλοί ξενοδόχοι Χριστοῦ», οἱ οποῖοι τότε πού φαινόταν ὅτι χάνεται ἐξ’ ὁλοκλήρου ἡ τιμή ἀπό τούς ἀνθρώπους, μέ τήν πράξη τους, τή διέσωσαν. Καί ἔκαναν τό ἱερό τους καθήκον πρός τόν νεκρό διδάσκαλο τήν ὕστατη στιγμή: Τόν ἐνταφίασαν καί μάλιστα  «πολυτελῶς».

           α) Ὁ Ἰωσήφ τολμᾶ, ὁ  Πιλάτος «δωρίζει» τό σῶμα

Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος σημειώνει γιά τόν Ἰωσήφ, ὅτι «τολμήσας» (15, 43) ζήτησε ἀπό τόν Πιλάτο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί ἐκεῖνος «ἐδωρήσατο» αὐτό (15, 45). Και ὄντως τό αἴτημα ἦταν ὕψιστη τόλμη καί τό δόσιμο ὕψιστο δῶρο, πού ἔγινε ποτέ στήν Ἐκκλησία. Οἱ δύο, κρυφοί ὥς τότε μαθητές, ἐνταφίασαν τόν Χριστό. Μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαίωσαν τήν πραγματικότητα τοῦ θανάτου του καί ἐπισφράγισαν τό τέλος τῆς πρό τῆς Ἀναστάσεως ζωῆς του. Ἔκτοτε ἡ ταφή τοῦ Χριστοῦ μνημονεύεται στίς πρῶτες ὁμολογίες (βλ. π.χ. «ὅτι ἐτάφη» Α΄ Κορ 15, 4) καί στό σύμβολο τῆς  πίστεως τῆς Ἐκκλησίας (βλ «παθόντα καί ταφέντα», σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως).

               β)Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν σταύρωση

 Οἱ συνθῆκες, μετά τή σταύρωση, ἦταν πολύ ἀντίξοες∙ ἐν τούτοις τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, φυλάχτηκε ἀκέραιο κατά θεία οἰκονομία: Δέν εἶχε τήν τύχη τῶν δύο ληστών∙ δέν ὑπέστη δηλαδή  «κνηματόθραυση» (Crurifragio). Δέν ἔμεινε κρεμασμένο στό Σταυρό, γιά παραδειγματισμό. Δέν ἀφέθηκε ἄταφο μέ συνέπεια νά φαγωθεῖ ἀπό γῦπες ἤ ἄλλα σαρκοφάγα. Δέν ρίχτηκε στόν κοινό τάφο τῶν ἐγκληματιῶν, στόν τάφο τῆς ντροπῆς, στή «fossa infamia», πού ὑπῆρχε κοντά στόν Γολγοθά κ.λπ.

                     γ)  Ὁ ἐνταφιασμός «ἐν καινῷ μνημείῳ»

Ἀντίθετα, τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἐνταφιάσθηκε σέ «καινὀν» μνῆμα, ὅπως καταθέτουν δύο Εὐαγγελιστές, ὁ Ματθαῖος (27, 60) καί ὁ Ἰωάννης (19, 41). Τό μνῆμα αὐτό, πού ἐπιλέχτηκε πιθανῶς ἀντί ἄλλου πού βρισκόταν μακρύτερα (Ἰω 19, 42), προοριζόταν γιά τόν ἴδιο τόν βουλευτή Ἰωσήφ (Μθ 27,60) καί ἦταν ἰδιαίτερα φροντισμένο. Ἦταν τάφος «εὐπρεπής λίαν» (Νικηφόρος Κάλλιστος PG 147, 557). Καί ἐπί πλέον μιά λεπτομέρεια: «ἡ τῆς ζωῆς πέτρα», πού κατά τήν Α΄Κορινθίους (10,4) εἶναι ὁ Χριστός,   ἐνταφιάστηκε σέ «λελατομημένον ἐκ πέτρας» (Μκ 15, 48), μνῆμα.

Οἱ δυό κρυφοί μαθητές, ἐτίμησαν, ὁδηγημένοι ἄνωθεν, τόν Κύριο. Αὐτός, πού στή ζωή του δέν θέλησε ποτέ τιμητικές διακρίσεις,   οἰκονομήθηκε ὥστε στόν ἐνταφιασμό του, ἀλλά καί λίγες μέρες πιό πρίν κατά τήν εἴσοδό του στά Ἱεροσόλυμα, νά δεχτεῖ ὄντως τιμές βασιλικές∙ αὐτές τίς δεύτερες μέ τή συγκατάθεσή του. Αὐτός πού δέν εἶχε «ποῦ τήν κεφαλήν κλείνῃ» (Μθ 8, 20) βρῆκε λές καί ζητοῦσε τελικά μεταθανατίως πολυτελῆ «σαββατισμό»: Ὁ Νικόδημος ἔφερε «μίγμα σμύρνης καί ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατό» (Ἰω, 19, 39) δηλαδή τριάντα μέ τριάντα πέντε κιλά ἀρώματα, ἀκριβότερα ἀπό ἐκεῖνα, τά ἐπίσης ἀκριβά, τῆς Μαρίας, τῆς ἀδελφῆς τοῦ Λαζάρου, στή Βηθανία καί τά ὁποῖα, ἄν καί ἦταν ὕπερβολικά, ἀποδέχτηκε ὁ Κύριος. Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ ἀγόρασε καί «ἔφερε σινδόνα καθαρά», γνήσιο λινό καί ὄχι κάτι εὐτελές (γιά τή σχέση τῶν πλουσίων μέ τή σινδόνα βλ.Ἡρόδοτος 2, 45). Ἐκτός ὅμως τῶν ὅσων «πολυτελῶν» πρόσφεραν στόν διδάσκαλο οἱ μαθητές, καί οἱ γυναῖκες πού παρακολουθοῦσαν «μακρόθεν» τά τῆς ταφῆς (Μκ 15, 40 καί πρλ) ἑτοιμάζονταν χαράματα τῆς Κυριακῆς νά τοῦ προσφέρουν νέα μύρα καί ἀρώματα, πιθανῶς πολυτιμότερα.

Ἔχει, ὅμως, «θείᾳ προνοίᾳ», καί συνέχεια ὁ τιμητικός ἐνταφιασμός τοῦ Κυρίου:

δ) Δύο Εὐαγγελιστές προσθέτουν:  Ἐνταφιάζεται σέ μνῆμα

                   στό ὁποῖο «οὐδέποτε οὐδείς ἦν τεθειμένος» 

Δύο ἀπό τούς Εὐαγγελιστές προσθέτουν μιά ἀξιοπρόσεκτη πληροφορία-πλεονασμό  γιά τό «καινό» μνῆμα τοῦ Χριστοῦ: ὅτι σ’αὐτό «οὐδέπω οὐδείς ἦν τεθειμένος» (Ἰω 19, 41 ) ἤ ὅτι σ’ αὐτό «οὔκ ἦν οὐδείς οὔπω κείμενος» (Λκ 23, 53). Θά ἔφθανε νά σημείωναν ἁπλῶς ὅτι ὁ Κύριος ἐνταφιάσθηκε σέ «καινό» μνῆμα. Ὅμως, προσθέτουν τόν πλεονασμό αὐτό γιά νά θυμίζει βέβαια ὅτι καί στή μήτρα τῆς  Θεοτόκου δέν συνελήφθη ἄλλος οὔτε πρίν οὔτε μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καί πέραν αὐτοῦ α) γιά νά ὑπερασπίζεται τό αὐτοδύναμο τῆς Ἀναστάσεώς του καί β) νά ὑπογραμμίζει ἀκόμη περισσότερο τίς ἀποδοθεῖσες σ’ αὐτόν, τήν τελευταία ἑβδομάδα, βασιλικές τιμές.

Καί τήν ὑπεράσπιση τοῦ αὐτοδύναμου καί αὐτεξούσιου τῆς Ἀνάστασης, ὅτι αὐτή δηλαδή προῆλθε ὄχι ἀπό κάποιον ἄλλον ἄνθρώπινο παράγοντα, ἀλλά «δυνάμει πατρός» καί «θείῳ δικαίῳ»,  δείχνει τό ἴδιο τό κείμενο, τή διέγνωσαν ὅμως καί  οἱ Πατέρες: Ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων (Κατηχήσεις PG 33, 469), ἐπί παραδείγματι, θά πεί ὅτι μέ τό νἀ ποῦν οἱ Εὐαγγελιστές ὅτι στό μνῆμα αὐτό δέν εἶχε τοποθετηθεί ἀλλος πρίν, πιθανόν προφήτης, δηλώνουν ὅτι δέν ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τά ὀστᾶ προφήτη, ὅπως εἶχε συμβεῖ στήν Π. Διαθήκη μέ τήν ἐπαφή κάποιου νεκροῦ μέ τά ὀστᾶ τοῦ προφήτη Ἑλισαίου (Δ΄ Βασ 13, 21), ἀλλά αὐτοδύναμα καί αὐτεξούσια. Δέν ἀναστήθηκε ἐπίσης κάποιος ἄλλος, πού ἔκειτο στό ἴδιο μνῆμα, ὅπως σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος γράφοντας: «οἰκονομεῖται εἰς καινόν αὐτόν τεθεῖναι μνημεῖον ἔνθα μηδείς ἐτέθη, ὥστε μή ἑτέρου τινός νομισθεῖναι τήν ἀνάστασιν γεγενῆσθαι, τοῦ μετ’ αὐτοῦ κειμένου»  (PG 59, 464) κ.λπ.

Ὡς πρός τήν  ἐπί πλέον τιμή, πού προσδίδει στήν ταφή τοῦ Κυρίου ὁ ἐν λόγω πλεονασμός, νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἐναρμονίζεται πλήρως μέ αὐτό πού μᾶς λένε οἱ Εὐαγγελιστές, ὅτι κατά τήν «θριαμβευτική» εἴσοδο στά Ἱεροσόλυμα χρησιμοποίησε ζῶο, στό ὁποῖο δέν εἶχε καθίσει ἄλλος (Λκ  19, 30)). Ἡ πράξη του ἐκείνη δέν ἀνακαλοῦσε ἁπλά τό βασιλικό προνόμιο τῆς ἐπίταξης μεταφορικῶν μέσων, ἀλλά θύμιζε τό  πρωτόκολλο, κατά τό ὁποῖο στό ζῶο αὐτό δέν ἔπρεπε νά εἶχε καθίσει ἄλλος. (Ὅ,τι ἀποδίδεται στόν Κύριο πρέπει νά εἶναι ἐντελῶς παρθένο). Σχετικά μέ τό ζῶο αὐτό θά πρέπει νά θυμηθοῦμε καί ἄλλη λεπτομέρεια: ὅτι σ’ αὐτό, ὅπως σημειώνει ὁ Λουκᾶς (19,35), τόν ἐπιβίβασαν οἱ μαθητές του, πρᾶγμα πού παρέπεμπε ἐπίσης σέ βασιλικό πρωτόκολλο. Ὅμως αὐτό τό   πρωτόκολλο, στό ὁποῖο  παρέπεμπαν πολλές λεπτομέρειες τῆς «θριαμβευτικῆς» είσόδου στά Ἱεροσόλυμα (εἴσοδος ἀπό τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ξεσηκωμός τοῦ κόσμου, στρώσιμο τῶν ἱματίων τους γιά νά περάσει ἀπό πάνω τους ὁ Χριστός, ἐπευφημίες  κρατώντας κλάδους φοινίκων, συμβόλων τοῦ θριάμβου, ἰαχές στίχων ἀπό τόν 117 Ψαλμό, ὑποδοχή μέ τό «Ὠσανά», μέ τό ὁποῖο διατυπωνόταν ἡ παράκληση ὥστε νά ἐγκαθιδρυθεῖ καί πάλι τό βασίλειο τοῦ Δαβίδ κ.λπ.) αὐτό τό πρωτόκολλο, λοιπόν, ἀλλοῦ τό ἀποδέχτηκε καί ἀλλοῦ τό ἀνέτρεψε ἤ τροποποίησε ὁ Χριστός. Τό ἀνέτρεψε ἐπί παραδείγματι στό μεταφορικό  μέσο, πού ἦταν ταπεινό γαϊδουράκι καί ὄχι ὑπερήφανο ἄτι, ὡς νά πορεύεται σέ πόλεμο. Τά προφητικά λόγια τοῦ Ζαχαρία, ἐν προκειμένω, εἶναι ἐδῶ ξεκάθαρα: «Νάτος, ὁ βασιλιάς σας, ἔρχεται∙ εἶναι δίκαιος καί σώζει. Εἶναι πρᾶος καί κάθεται πάνω σέ γαϊδούρι, σ’ ἕνα πουλάρι, γέννημα ὑποζυγίου»  (Ζαχ 9,9).

ε) Τό δικό μας χρέος    

Ὁ Χριστός, ἐνταφιαζόμενος σέ καινό μνῆμα κατά θεία βουλή καί οἰκονομία «πολυτελῶς» καί  ἀποδεχόμενος βασιλικές τιμές, ἐπί πλέον ἐκείνων πού δέχτηκε κατά τήν εἴσοδό του στήν Ἱερουσαλήμ, ἀποκαλύπτει ὅτι ὄντως εἶναι βασιλιάς. Ὅμως βασιλιάς δικῶν του προδιαγραφῶν, προδιαγραφῶν Σταυροῦ καί ὄχι ξίφους.

Ἡ ἀπόδοση βασιλικῶν τιμῶν ἐκ μέρους τῆς Μαρίας στόν Κύριο καί ἡ σύνδεση τοῦ μύρου της μέ ἐκεῖνα τῶν μυροφόρων καί μέ τά μύρα καί τίς προσφορές τῶν δύο μαθητῶν ἦταν   πράξεις ὑπερβολῆς, λατρευτικοῦ ὅμως τύπου.

Ἐκπροσωπώντας οἱ ἄνθρωποι αὐτοί τήν Ἐκκλησία, πού μεταφυτεύονταν στόν κόσμο, διέθεταν προφητικό μάτι γιά τό μέλλον. Ὁ Κύριος συμμερίστηκε πλήρως τήν ὑπερβολή αὐτή καί τήν ἀποδέχτηκε πλήρως. Ἔτσι ἐγκαινιάστηκε ἡ σχέση τῆς υπέρτατης ἀγάπης ἀνθρώπων καί Χριστοῦ, σχέση πού τήν καλύτερή της ἔκφραση βρίσκει στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας.

             

 

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lefkadatoday.gr/ntafiasmos-to-kyrioy-protopresvyteroy-oannoy-skiadaresi-kathigito-panepistimioy/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ntafiasmos-to-kyrioy-protopresvyteroy-oannoy-skiadaresi-kathigito-panepistimioy ανήκει στο Lefkada Today .