Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ναυπακτία: Έρωτας έως θανάτου!Μια τραγική ιστορία αγάπης.

– Καλά στέφανα Μιλτιάδ’! Καλορίζ’κα!
– Τ’ καλύτερ’ τσούπρα παίρν’ς ορέ λεβέντ’! Να ‘χεις τ’ν ευκή μ’!
Τον καμάρωναν τα κορίτσια του χωριού και ας κρατούσαν μέσα τους γινάτι που προτίμησε μια ξενομερίτισσα! Τον ζήλευαν τα παλληκάρια και οι συνομήλικοί του γιατί λογοδόθηκε με τη Βασίλω, που η ομορφιά της ξεπερνούσε τα στενά όρια του χωριού της, του Μπεζαϊντέ (1) κι ακουγόταν ως τον Έπαχτο, ως τα χωριά της Μακρυνείας και του Μεσολογγιού.
Και ήταν αλήθεια. Ψηλόκορμος και στητός, με κορακάτα κυματιστά μαλλιά και μουστάκι που μόλις κατάφερνε να το στρίψει, καλόκαρδος, γλυκομίλητος αλλά και αυστηρός, μετρημένος στις κουβέντες του, ο Μιλτιάδης ξεχώριζε απ’ όλους τους νέους του χωριού. Δεν είχε περάσει μήνας αφότου ένας μπάρμπας του, που ‘χε πάρει γυναίκα απ’ τον Μπεζαϊντέ, του προξενήτεψε τη Βασίλω. Ως εικοσιπέντε χρονών, μελαχροινή, βεργολυγερή, με κανονικό ανάστημα και γλυκά χαρακτηριστικά, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, γαϊτανοφρύδα, η Βασίλω άφηνε τα μαλλιά της σε χοντρή πλεξούδα να πέφτουν στις πλάτες της. Το πρόσωπό της έλαμπε πεντακάθαρο και το αστραφτερό της χαμόγελο της έδινε μια ξεχωριστή γοητεία. Ούτε άλλη ομορφότερη σ’ όλη την Ναυπακτία! Την είδε ο Μιλτιάδης στην εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής και την ίδια στιγμή κατάλαβε πως άλλη γυναίκα γι’ αυτόν δεν θα βρεθεί στη ζωή του.

Αλλά και της Βασίλως της άρεσε ο αρρενωπός νέος της Σταμνάς. Καμάρωνε για το παρουσιαστικό του, την αρχοντιά και την σοβαρότητά του. Το ‘νιωθε πως, δίπλα σ’ αυτόν τον λεβέντη, μπορούσε κι η ίδια να σταθεί και μαζί να στήσουν το σπιτικό που ονειρευόταν. Έτσι, το προξενιό στέριωσε αμέσως, συμφωνήθηκε η προίκα – λίγα γιδοπρόβατα – και οι δυο οικογένειες «τα διαδώσανε». Έγιναν τα τελειώματα και δεν θα αργούσε να καθοριστεί και η ημερομηνία του γάμου. Ο Μιλτιάδης γύρισε στο χωριό του και δεν πατούσε στη γης. Η Βασίλω του ‘χε πάρει τα μυαλά, κι όσο περνούσαν οι μέρες ένιωθε να φουντώνει η αγάπη του γι’ αυτήν, να ξεχειλίζει η καρδιά του απ’ τον σεβντά· με τη θωριά της πλάγιαζε και ξυπνούσε και δεν έβλεπε την ώρα να πάει στον Μπεζαϊντέ να ξαναδεί την αγαπημένη του. Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του, έστριβε τσιγάρο και άφηνε το νου του να πλανηθεί στις στράτες της μελλούμενης ευτυχίας τους. Την έβλεπε να κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό τους και να τον περιμένει στο κεφαλόσκαλο, την ώρα που έπεφτε ο ήλιος και αυτός γύριζε κουρασμένος απ’ το καμάτεμα της γης. Άφατη γλύκα πλημμύριζε την ψυχή του:

να το ‘βανα προσκέφαλου τρεις μέρις και τρεις νύχτις,
να ‘ταν οι μέρις του Μαγιού κ’ οι νύχτις του Γενάρη,
να σε χουρτάσω φίλημα, να σε χορτάσω χάιδια.Άδικα προσπάθησαν ο ίδιος και ο μπάρμπας του να μάθουν τον λόγο. Άλλοι έλεγαν πως ένα νοικοκυρόπαιδο, ο πρώτος λεβέντης του Μπεζαϊντέ, ορεγόταν την Βασίλω και στάθηκε αιτία που χάλασε ο αρραβώνας. Άλλοι πάλι έλεγαν πως μετάνιωσαν τα γονικά της Βασίλως, δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν τόσο μακριά την τσούπρα τους. Ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. Δεν άργησε να ντουχνίσει το χωριό απ’ την άσχημη είδηση. Χάρηκαν οι κοπέλες της Σταμνάς και, απ’ όσες τον είχαν στο νου τους, καθεμιά λόγιαζε πως δεν θ’ αργούσε ο Μιλτιάδης να τη ζητήσει σε γάμο!
Μα τούτος δεν μπορούσε να το κατακάνει το κακό που τον βρήκε. Κλεισμένος στο σπίτι δεν μιλιόταν. Του κάκου πάσχιζαν οι δικοί του να τον παρηγορήσουν. Ήταν αγιάτρευτος ο σεβντάς για τη Βασίλω. Κι από κοντά, θιγμένος βαριά για την προσβολή που του ‘καμαν. Με τι μούτρα να ξαναβγεί στα καφενεία του χωριού; Τι θα πουν τα παλληκάρια γι’ αυτόν που ‘γινε μπαίγνιο χωρίς αιτία κι αφορμή; Δυο μερόνυχτα δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του. Έστριβε αράδα τα τσιγάρα και κατέβαζε απανωτά τις κούπες το κρασί. Κύλησε η βδομάδα κι ο μπάρμπας του πήγε κι ήρθε στον Μπεζαϊντέ άπρακτος. Ούτε τον λόγο δεν του είπαν που τα διαλύσανε. Ο Μιλτιάδης μέρες το ‘κλωθε στο μυαλό του, το ζύγιαζε από δω, το ‘φερνε από κει και αξημέρωτα Κυριακή πήρε την απόφαση: το δίκιο του θα το ‘παιρνε μόνος του. Χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, προτού φέξει, πήρε την αραβίδα του και κίνησε για τον Μπεζαϊντέ…

της νύχτας το περπάτημα και της αυγής ο ύπνος
σαν τ’ άλογο το γλήγορο, σαν το γοργό ζευγάρι,
σαν τη γυναίκα την καλή όπου τιμάει τον άντρα,
όντας τον βλέπει να ‘ρχεται, όξω να περιμένει
να στέκει ορθή να τρώει ψωμί, να τον κερνάει να πίνει!– Βασίλη, του είπε, πού είναι η Βασίλω;
– Έρχεται από κοντά με τ’ θειά μας, απάντησε το παιδάκι.
Ο Μιλτιάδης χάιδεψε το κεφαλάκι του παιδιού και κείνη την ώρα έραξαν οι δυο γυναίκες. Στο σούρουπο τον γνώρισε η Βασίλω και σκίρτησε η καρδιά της. Ο Μιλτιάδης τις άφησε να ζυγώσουν και με τρικυμισμένη την ψυχή, στράφηκε στην αρραβωνιαστικιά του:
– Βασίλω, είπε βραχνά, ο Μιλτιάδ’ς είμαι. Πες μου, θέλ’ς τ’ ζωή σ’ ή του θάνατό σ’;
– Τ’ ζωή μ’ θέλου και έρχουμαι μαζί σ’, απάντησε η Βασίλω και ευθύς κίνησε προς τον Μιλτιάδη.
– Που πας μουρή; Δεν συλλογιέσαι τ’ μάνα σ’ και τουν πατέρα σ’; Γιατί ντροπιάιζ’ς ούλου του σόι; της φώναξε η θειά της.
Κοντοστάθηκε η καημένη η τσούπρα και διστακτικά έκανε δυο βήματα προς τα πίσω, σα μετανιωμένη για την απόφασή της. Με θολωμένο το μυαλό και τυφλωμένος από το πάθος, ο άντρας σήκωσε την αραβίδα. Χωρίς να το σκεφτεί, τράβηξε τη σκαντάλη. Το βόλι πέτυχε κατάστηθα τη Βασίλω. Ένα «ωχ» ακούστηκε, έγειρε η άμοιρη προς τα πίσω και έπεσε. Τα μάτια της, στερνή φορά, είδαν αχνά την θωριά του άντρα που αγάπησε και βασίλεψαν. Ο Μιλτιάδης, χωρίς άλλη κουβέντα, πήρε το πλάι του βουνού και χάθηκε στο σκοτάδι. Το ‘χε κιόλας μετανιώσει, αλλά ήταν αργά. Πίσω του ακούγονταν οι φωνές και τα κλάματα της θειάς της. Κι ο μικρός Βασίλης απόμεινε εκεί σαστισμένος, βλέποντας το άψυχο σώμα της αδερφής του να κείτεται στο χώμα. Κι ύστερα, κλαίγοντας, μάζεψε την δύναμή του και ροβόλησε τον κατήφορο να φέρει στο σπίτι του και σ’ όλο το χωριό το θλιβερό χαμπέρι.

Εδώ στο Τρόχι, κάτω από το Βράχο της Δαδιάς έγινε το φονικό.Αυτή τη νια που σου ‘στειλα να μην την αραχνιάσεις.
Βαλ’της να φάει βάλ’της να πιει, βα΄λτην να τραγουδήσει…εγώ δεντρί σε πότιζα το καλοκαίρι κρύο νερό και το χειμώνα μόσκο…αμάν αμάν, Βασίλω, όσο να σʼ αγαπήσω.
Και τώρα που σʼ αγάπησα,
μου λένε να σʼ αφήσω και να σε παρατήσωΦέτος τα στάρια χάλασαν, Βασίλω μου,
και τι ψωμί θα φάμε στον τόπο που θα πάμε.
Φέτος τʼ αμπέλια χάλασαν, Βασίλω μου,
και τι κρασί θα πιούμε σα θα στεφανωθούμε;
Κάλλιο να΄ ιδώ το αίμα σου, στη γη να κοκκινίσει,
παρά να δω τα μάτια σου, άλλος να τα φιλήσει.
Στη Πάτρα πάω κι έρχομαι, Βασίλω μου
αμάν αμάν, Βασίλω, τι θέλεις να σου στείλω;
Στείλε μου χτένι και γυαλί και μια πυκνή τσατσάρα.
Το χτένι να χτενίζομαι και το γυαλί να βλέπω,
Κι αυτήν την πυκνοτσάτσαρα να στρώνω τα μαλλιά μου


Ακολουθήστε μας σε Google News, Facebook και Instagram και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.nafpaktianews.gr/%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%B1-%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%AD%CF%89%CF%82-%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3/ ανήκει στο Ναυπακτία Archives – Nafpaktia News .