Τη βαθιά του στενοχώρια και αγωνία για τη διαχρονική κατάσταση του Ειδικού Σχολείου Σάμου εξέφρασε ο πρώην αντιδήμαρχος Δήμου Ανατολικής Σάμου, κ. Μιχάλης Μητσός, μιλώντας στο Radio Café 102.4 και στην εκπομπή «Ημερολόγιο Ερτζιανών» με τον Μάνο Στεφανάκη.
Όπως ανέφερε από την αρχή της τοποθέτησής του, η ενασχόλησή του με το Ειδικό Σχολείο προϋπήρχε της ενασχόλησής του με τα κοινά, γεγονός που, όπως είπε, του δημιουργεί μια αυξημένη ευαισθησία απέναντι στο θέμα. «Είναι ένα ζήτημα που με στεναχωρεί όλα τα χρόνια», σημείωσε, τονίζοντας πως τα προβλήματα του σχολείου δεν είναι σημερινά.
Ο κ. Μητσός περιέγραψε το υπάρχον κτίριο ως δομικά προβληματικό, επισημαίνοντας ότι, παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δημοτικής αρχής, τα ζητήματα δεν κατέστη δυνατό να λυθούν ουσιαστικά. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη μεγάλη εργολαβία ύψους περίπου 20–70 χιλιάδων ευρώ που πραγματοποιήθηκε για την αντιμετώπιση σοβαρών διαρροών από τους πάνω ορόφους, οι οποίες προκαλούσαν εκτεταμένες φθορές στο ισόγειο, όπου στεγάζεται το σχολείο.
«Δεν μπορούσαμε να βρούμε ούτε καν τα σχέδια του κτιρίου», ανέφερε, περιγράφοντας τη δυσκολία ακόμη και του εργολάβου να εντοπίσει την πηγή των διαρροών. Όπως είπε, παρά τους ελέγχους, τα προβλήματα υγρασίας συνεχίζουν να εμφανίζονται, γεγονός που καθιστά το κτίριο, κατά την άποψή του, μη βιώσιμο μακροπρόθεσμα. «Όσα χρήματα και να πέσουν εκεί μέσα, η κατάσταση δεν θα καλυτερεύσει», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη θέση του σχολείου, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ανοιχτό χώρο, χωρίς επαρκή περίφραξη, με εύκολη πρόσβαση από παντού και με αυξημένους κινδύνους. Όλα αυτά, σύμφωνα με τον ίδιο, ενισχύουν την ανάγκη για μια οριστική λύση.
Η μόνη ουσιαστική διέξοδος, όπως τόνισε, είναι η ανέγερση νέου σχολικού κτιρίου. Ο κ. Μητσός αποκάλυψε ότι η προηγούμενη δημοτική αρχή είχε κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, καταθέτοντας μελέτη στο πρόγραμμα «Τρίτσης», η οποία ωστόσο δεν εγκρίθηκε. Παρά τις προσπάθειες να ενταχθεί η μελέτη σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, αυτό δεν κατέστη δυνατό εντός του διαθέσιμου χρόνου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε εντοπιστεί και συγκεκριμένος χώρος για την ανέγερση του νέου σχολείου, στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η αγορά της Σάμου. Αν και υπήρξαν αντιδράσεις σχετικά με το εμβαδόν του οικοπέδου, ο κ. Μητσός ξεκαθάρισε ότι το βασικό πρόβλημα δεν ήταν τα λίγα μέτρα διαφοράς, αλλά η έγκριση και η εξασφάλιση χρηματοδότησης. Μάλιστα, όπως ανέφερε, τριμελής επιτροπή της ΚΤΥΠ είχε επισκεφθεί τον χώρο και είχε δώσει θετική κατεύθυνση για την προώθηση της διαδικασίας.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην απόφαση που ελήφθη τον Οκτώβριο του 2023, λίγο πριν τη λήξη της θητείας της προηγούμενης δημοτικής αρχής, για τη μεταφορά του νηπιαγωγείου του Ειδικού Σχολείου σε άλλα νηπιαγωγεία της πόλης, μετά από έγκριση της αρμόδιας Επιτροπής Καταλληλότητας, λόγω των προβλημάτων του κτιρίου.
Ο πρώην Αντιδήμαρχος επισήμανε ότι, παρά την απόφαση για προώθηση της διαδικασίας ανέγερσης νέου σχολείου, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί καμία πρόσκληση ενδιαφέροντος για την αναζήτηση κατάλληλου κτιρίου ή οικοπέδου, με σαφείς προδιαγραφές. Όπως σημείωσε, οι ανάγκες του σχολείου απαιτούν χώρους τουλάχιστον 1.200 τετραγωνικών μέτρων.
Κλείνοντας, ο κ. Μητσός υπογράμμισε ότι το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Αφενός με τον σχεδιασμό και τη διεκδίκηση της ανέγερσης ενός νέου, σύγχρονου Ειδικού Σχολείου και αφετέρου με άμεσες λύσεις για τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα. «Δεν μπορούμε να κλείσουμε το σχολείο. Τα προβλήματα είναι υπαρκτά και ζητούν άμεσες απαντήσεις», τόνισε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη σημασία η νέα σχολική μονάδα να βρίσκεται μέσα στον αστικό ιστό της πόλης, ώστε τα παιδιά να κοινωνικοποιούνται και να αποτελούν ενεργό κομμάτι της καθημερινής ζωής.
«Αυτό ήθελαν και οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί. Τα παιδιά να είναι μέσα στην πόλη», είπε, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ισότητας, αξιοπρέπειας και ουσιαστικής στήριξης των οικογενειών που δίνουν καθημερινό αγώνα.
Όπως κατέληξε, το πρόβλημα του Ειδικού Σχολείου Σάμου δεν αφορά μόνο μία δημοτική αρχή, αλλά είναι διαχρονικό και απαιτεί συνεννόηση, σχέδιο και πολιτική βούληση, με επίκεντρο τα παιδιά και τις ανάγκες τους.


