Η Κρήτη τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί απλώς τη ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού, αλλά έχει μετατραπεί σε έναν απέραντο παράδεισο κερδοφορίας για τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Οι αριθμοί που έρχονται στο φως για το 2025 αποκαλύπτουν μια εικόνα διπλής ανάγνωσης: από τη μία, μια αγορά που καλπάζει με εξωπραγματικούς ρυθμούς, και από την άλλη, μια τεράστια οικονομική αιμορραγία που στερεί πολύτιμους πόρους από την τοπική οικονομία, αφήνοντας τους Κρητικούς καταναλωτές σε απόγνωση.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία των εταιρειών NielsenIQ και Circana, ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου στην Ελλάδα για το 2025 έσπασε το «φράγμα» των 16 δισεκατομμυρίων ευρώ, φτάνοντας τα 16,2 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή, της τάξης του 7,1% σε ετήσια βάση, οφείλεται κυρίως στην πραγματική αύξηση της ζήτησης και λιγότερο στις ανατιμήσεις, καθώς ο όγκος πωλήσεων ενισχύθηκε κατά 4,2%, ενώ η μέση τιμή του καλαθιού αυξήθηκε μόλις κατά 1,7%.
Εστιάζοντας στην περιοχή μας, η Κρήτη κατέγραψε μία από τις υψηλότερες επιδόσεις πανελλαδικά, με τον τζίρο να αυξάνεται κατά 9,6% (ή 9% σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις). Η μεγαλόνησος συνεισφέρει πλέον το 6,9% της συνολικής αξίας κατανάλωσης της χώρας. Ακόμη υψηλότερη άνοδο, της τάξης του 10%, εμφάνισαν τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου, ενώ η Αττική, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει το 41% της συνολικής κατανάλωσης, κινήθηκε πιο μετριοπαθή με αύξηση 5,9%.
Σε αυτό το σκηνικό, η Κρήτη συνεχίζει να καταγράφει ρυθμούς αύξησης που υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της ηπειρωτικής χώρας. Στο πρώτο οκτάμηνο του 2025, η αύξηση του τζίρου στο νησί άγγιξε το εντυπωσιακό +7,7%, ενώ στο επτάμηνο η επίδοση ήταν ακόμα υψηλότερη, φτάνοντας το +8,0%. Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ελλάδα είναι αποκαλυπτική: την ώρα που η Αττική κατέγραφε αύξηση +5,4%, η Κρήτη την ξεπερνούσε σχεδόν κατά 50%. Αυτή η εκρηκτική άνοδος αποδίδεται στη «χρυσή» τουριστική περίοδο και στην εξάπλωση του μοντέλου Airbnb, που τροφοδοτεί τα ταμεία των αλυσίδων με εκατομμύρια καταναλωτές που προτιμούν την προετοιμασία γευμάτων εντός του καταλύματος.
Η τριετία της απογείωσης: Από το 2023 στο σήμερα
Η φετινή εικόνα δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά η κορύφωση μιας πορείας που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια. Το 2023 ήταν η χρονιά-ορόσημο, όταν ο τζίρος στην Κρήτη εκτοξεύτηκε κατά ένα απίστευτο +13% (ή +12,9%), αφήνοντας πίσω κατά 3,5 μονάδες τη δεύτερη Πελοπόννησο και κατά 5% τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Εκείνη η αύξηση τροφοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις που μάστιζαν την περιφέρεια.
Το 2024, η δυναμική διατηρήθηκε με την Κρήτη να καταγράφει αύξηση +5,8%, τη μεγαλύτερη πανελλαδικά για μία ακόμη χρονιά. Το μερίδιο του νησιού στον συνολικό εθνικό τζίρο αυξήθηκε στο 8% από 7,8% το 2023. Με τον πανελλαδικό τζίρο να προσεγγίζει τα 14,8 δισ. ευρώ το 2024, η τοπική αγορά της Κρήτης ξεπέρασε το 1,18 δισ. ευρώ. Για το 2025, το 9,6% είναι για μια ακόμα φορά τεράστιο!
Η «αιμορραγία» του τοπικού πλούτου
Εδώ βρίσκεται και η καρδιά του προβλήματος για την τοπική μας κοινωνία. Το τεράστιο αυτό ποσό που δαπανάται στα σούπερ μάρκετ δεν μένει στο νησί. Είναι ξεκάθαρο πως τουλάχιστον το 90% του τζίρου που παράγεται στην Κρήτη ελέγχεται από τους μεγάλους ομίλους και κατευθύνεται εκτός νησιού. Αυτό μεταφράζεται σε μια διαρροή κεφαλαίων που μπορεί να ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως. Πρόκειται για μια τεράστια οικονομική αιμορραγία που στερεί από την τοπική οικονομία πολύτιμους πόρους για επενδύσεις και ανάπτυξη, δημιουργώντας μια αδιέξοδη και αντιαναπτυξιακή συνθήκη.
Το κόστος στο ράφι και η απόγνωση των καταναλωτών
Η αύξηση των τζίρων μεταφράζεται σε βαριά επιβάρυνση για τα νοικοκυριά. Ένα προϊόν που κόστιζε 5,00€ στις αρχές του 2023, σήμερα, μετά από μια σωρευτική ανατίμηση που ξεπερνά το 15% σε τρία χρόνια, κοστίζει περίπου 5,80€. Ήδη από το 2023, η μηνιαία δαπάνη του ελληνικού νοικοκυριού στο σούπερ μάρκετ είχε ανέλθει στα 329 ευρώ, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση 5%.

«Η κοινωνία, οι καταναλωτές και οι συνταξιούχοι παρακολουθούν άναυδοι τις συνέπειες της ακρίβειας», σημειώνει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, Μανόλης Πεπόνης. Ο κόσμος της εργασίας βρίσκεται σε απόγνωση, έχοντας περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες διατροφής. Οι καταναλωτές κυνηγούν πλέον τις προσφορές, με το 56% να αγοράζει προϊόντα σε έκπτωση και το 68% να περιορίζεται μόνο στα απολύτως απαραίτητα αγαθά.
Η αναδιάρθρωση των δικτύων των μεγάλων αλυσίδων προς τα λεγόμενα «καταστήματα ευκολίας» (convenience stores) αποδίδει καρπούς. Τα μικρότερα σούπερ μάρκετ (401-1.000 τ.μ.) και οι superettes (100-400 τ.μ.) παρουσίασαν άνοδο 8,9% και 9,0% αντίστοιχα, ξεπερνώντας την ανάπτυξη των hypermarkets (+8,8%). Στον αντίποδα, το παραδοσιακό λιανεμπόριο, όπως τα περίπτερα και τα ψιλικά, δέχεται ισχυρές πιέσεις, κλείνοντας τη χρονιά με πτώση -2,8%. Η τάση αυτή δείχνει ότι ο καταναλωτής προτιμά πλέον την οργανωμένη μικρή λιανική για τις συμπληρωματικές του αγορές.
Ενώ τα ταμεία των πολυεθνικών γεμίζουν, οι τοπικές κοινωνίες βλέπουν τον πλούτο τους να συρρικνώνεται. Η στροφή των αλυσίδων προς τα «καταστήματα γειτονιάς» πιέζει περαιτέρω το παραδοσιακό λιανεμπόριο, με τα περίπτερα και τα ψιλικά να καταγράφουν πτώση -2,8% το 2025. Η Κρήτη παραμένει ο «χρυσός» τροφοδότης του λιανεμπορίου, αλλά το τίμημα για τους κατοίκους της είναι πλέον δυσβάσταχτο.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
