Προχθές στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου υπήρχαν δύο, μόνο, παρατάξεις. Από τη μία, οι αρχές του τόπου. Η διοίκηση του Δήμου, συνεπικουρούμενη από τα δύο παραρτήματά της και την επίσημη -ως τώρα- παράταξη της ΝΔ, η κυβέρνηση, οι υπηρεσίες, ακόμα και οι πρυτανικές αρχές, αλλά πάνω από όλα οι εργοδοτικές ενώσεις, οι οποίες παρενέβηκαν στο ζήτημα σαφώς και πολιτικά. Όπως άλλωστε μας ενημέρωσε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, ζήτησαν να παρέμβουν ακόμα και στη χθεσινή συνεδρίαση -η οποία θυμίζω είχε ως θέμα το αίτημα για δημοψήφισμα.
Επειδή ας πούμε ότι παρακολουθώ στενά το δημόσιο διάλογο γύρω από το θέμα του δημοψηφίσματος, μπορώ να πω με σιγουριά ότι και έξω από το ΔΣ, σε όλη αυτή τη μάχη εδώ και έναν χρόνο, ο κ. Αγγελούδης δεν βρήκε καμία άλλη δημόσια υποστήριξη (με ελάχιστες εξαιρέσεις την άποψη των οποίων σέβομαι), πλην του στενού πυρήνα της παράταξής του, ορισμένων αρθρογράφων των τοπικών ΜΜΕ και των κυβερνητικών βουλευτών (ακόμα και για τους τελευταίους, όπως έλεγε το ρεπορτάζ, χρειάστηκε να παρακαλέσει τον Κ. Μητσοτάκη να τους πιέσει). Συν, για να είμαι δίκαιος, ορισμένων εργαζομένων της ΔΕΘ (θα τους θυμάστε από την παρέμβασή τους στο γνωστό debate) και κάποιων φέηκ λογαριασμών στα σόσιαλ, τύπου (ή και όχι μόνο τύπου) Ομάδας Αλήθειας. Αυτό. Δεν βρέθηκαν επιστημονικές ενώσεις, σύλλογοι, καθηγητές, επιστήμονες, να σταθούν στο πλευρό του. Ακόμα και στο στενό νομικό ζήτημα των «υπογραφών», δεν βρέθηκε ούτε ένας ανεξάρτητος νομικός, να συνηγορήσει μαζί του. Για να είμαι ακριβής, βρέθηκε ένας (1) επίδοξος πολιτευτής της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος υποστήριξε ότι το δημοψήφισμα είναι παράνομο επειδή προσβάλει το δικαίωμα των κατοίκων της Σίνδου στο φυσικό περιβάλλον – ένα επιχείρημα τόσο φαιδρό που λειτουργεί πραγματικά αποστομωτικά.
Από την άλλη πλευρά, συγκεντρωθήκαμε σταδιακά όλοι και όλες οι υπόλοιποι. Δεν θα σταθώ στις πάνω από 100 συλλογικότητες που συγκροτήσαν την ΟΕΔ ή υποστήριξαν το αίτημα, από τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων ως την Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης. Θυμηθείτε τους 400 ανθρώπους της επιστήμης και των τεχνών που υπέγραψαν δημόσια στην αρχή. Δημόσια πρόσωπα της πόλης που στην αρχή ήταν επιφυλακτικοί, βλέποντας την κοινωνική κινητικότητα -ακόμα και αν είχαν διαφορετική άποψη για τη ΔΕΘ, για την ίδια την ΟΕΔ, για το ερώτημα, ή και για τον τρόπο συλλογής υπογραφών- υποστήριξαν στο τέλος ότι το δημοψήφισμα δεν μπορεί παρά να γίνει. Και φυσικά, τα εκατοντάδες ενεργά μέλη της πρωτοβουλίας και οι -καθόλα υπαρκτοί- 23. 214 δημότες/ισσες. Μέσα από το αίτημα για δημοψήφισμα, συγκροτήθηκε σταδιακά, όχι ένα επιμέρους μέτωπο, αλλά μια κοινή βούληση. Ήταν η βούληση της πόλης. Αν θέλουμε να το πούμε αυτό με μια κάπως αρχαιοπρεπή λέξη, όπως μας έμαθε ο κύριος Φωτίου, συγκροτήθηκε ένας Δήμος. Ένας Δήμος που προχθές στάθηκε απέναντι στη διοίκησή του.
Ακόμα και αν κλείσεις τον ήχο, η εικόνα της αίθουσας μιλάει καθαρά. Η πλάκα είναι ότι για να αποφύγει αυτήν ακριβώς την εικόνα, η παράταξη Αγγελούδη κάλεσε τους δικούς της για να καταλάβουν την αίθουσα από τις δύο το μεσημέρι, μαζί με διάφορους -ας πούμε ευγενικά- επαγγελματίες. Έτσι, αυτοί κι αυτές που έφτασαν στον χώρο στις 4, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι, δεν είχαν που να σταθούν. Όσο περνούσε όμως η ώρα, όσοι ήταν εκεί από υποχρέωση αποχωρούσαν, και όσες ήταν εκεί για να διεκδικήσουν ένα ζωτικό δικαίωμα κυριαρχούσαν. Ως τις 6, η εικόνα είχε ξεκαθαρίσει: ένα μέτωπο, δύο παρατάξεις, ο Δήμος και η Διοίκηση.
Μια ηττημένη διοίκηση
Ποιος κέρδισε; Ας πούμε πρώτα το σίγουρο: ποιος έχασε. Έχασε η διοίκηση, μια διοίκηση που απέδειξε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία, ότι φοβάται τον λαό, τον οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Μια διοίκηση επομένως ουσιαστικά απονομιμοποιημένη. Μια διοίκηση μόνη, στριμωγμένη, που κρύφτηκε πίσω από γνωμοδοτήσεις αναρμόδιων υπηρεσιών. Που δεν τόλμησε να καταθέσει καν μια κανονική εισήγηση. Που αναγκάστηκε να επιστρατεύσει ξανά βρισιές και συκοφαντίες για απάτες, πλαστογραφία, αλλαγή του ερωτήματος. Μια διοίκηση που -το χειρότερο από όλα- προσέβαλε επανειλημμένα 23.214 δημότες, υποστηρίζοντας ότι παραπλανήθηκαν από τα πανούργα στελέχη της ΟΕΔ. Μα γιατί τόσο καιρό δεν βρέθηκε ένας, έστω ένας, από τους 23.214 να πει ότι όντως παραπλανήθηκε; Να πάρει πίσω την υπογραφή του;
Και σε πιο πρακτικά ζητήματα: έχασε η διοίκηση Αγγελούδη, γιατί κάτω από την ασφυκτική πίεση του Δήμου, αναγκάστηκε για μια ακόμα φορά να υποσχεθεί πράγματα που δεν σκοπεύει και δεν μπορεί να τηρήσει. Γιατί δεν χωράνε στο ίδιο οικόπεδο 120 στρέμματα «μητροπολιτικού πάρκου», τα κτίρια που θα διατηρηθούν και δύο νέα, τεράστια, εκθεσιακά περίπτερα. Δεν είναι άποψη, είναι στοιχειώδης γεωμετρία. Γιατί δεν μπορεί να φέρει «προγραμματική σύμβαση» που θα δεσμεύει τη ΔΕΘ για αυτά που υποσχέθηκε (πάρκο με χαρακτηρισμό, δημόσιο έργο, αλλαγή Ειδικού Χωροταξικού) ως προϋπόθεση για την έναρξη του έργου. Εκτός, βέβαια, αν το έργο δεν ξεκινήσει ποτέ (ή, τουλάχιστον, δεν ξεκινήσει ως τις εκλογές, σαν το fly over του κ. Μυτιληναίου). Αλλά τότε για τις «αιώνιες καθυστερήσεις» δεν θα φταίνε οι «επαγγελματίες επαναστάτες», αλλά μια διοίκηση που υπόσχεται τα πάντα στους πάντες για να σώσει τον εαυτό της.
Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό κόστος που πλήρωσε η διοίκηση Αγγελούδη, και που θα συνεχίσει να το πληρώνει με δόσεις για πολύ καιρό ακόμα, όσο το νέο σχέδιο ανάπλασης αρχίσει -ή, ακόμα χειρότερα, δεν αρχίσει- να ξεδιπλώνεται, είναι δυσβάσταχτο. Για μια υπόθεση μάλιστα, για την οποία, όπως μας πληροφόρησαν εχθές ξανά όλοι οι σύμβουλοι της πλειοψηφίας, κανονικά η πόλη θα έπρεπε να χρωστά αιώνια ευγνωμοσύνη στον Δήμαρχο που την έσωσε από το «φαραωνικό» πλάνο – το οποίο ο ίδιος υποστήριξε με πάθος μέχρι πέρσι τον Ιούνη.
Κι ένας πληγωμένος Δήμος
Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ. Θα είχα πει όμως τη μισή αλήθεια κι εμείς θέλουμε να λέμε όλη την αλήθεια. Ακόμα και όταν δεν είναι υπέρ μας. Δείτε για παράδειγμα το πως ξεκινά τη χθεσινή της ανακοίνωση η ΟΕΔ: όχι με πανηγύρια για μια -πράγματι- τεράστια επιτυχία, όχι με καταγγελίες για μια -πράγματι- αντιδημοκρατική διοίκηση, αλλά με μια λέξη: «κρίμα», «κρίμα για την πόλη και τη δημοκρατία».
Κρίμα, λοιπόν, γιατί δεν έχασε μόνο η διοίκηση. Η πολιτική δεν είναι πάντα ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, που ό,τι χάνει ο ένας το κερδίζει ο άλλος. Έχασε, πληγώθηκε και ο Δήμος. Η διάθεση για συμμετοχή είναι πολύ ευαίσθητο πράγμα. Όπως φουντώνει ξαφνικά, όταν βρίσκει μια ρωγμή να εκφραστεί, έτσι εξαϋλώνεται όταν νιώθει την ματαιότητα. Όταν επιβεβαιώνεται ότι τίποτα δεν έχει νόημα, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Ειδικά σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη, όσο η σημερινή. Οι άνθρωποι δεν είναι, δεν ήμαστε, «αγωνιστές»: ήμαστε ευάλωτοι, κουρασμένες, απογοητευμένοι, αγχωμένες. Έχουμε χίλιες δυο άλλες έγνοιες πιο ζωτικές ακόμα κι από το πάρκο: το ρεύμα, το νοίκι, την αρρώστια, την προσωπική χαρά.
Η πόρτα λοιπόν που φάγανε προχθές 23.214 δημότες και δημότισσες που τολμήσαν να ξεμυτίσουν από την αφάνεια στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, φοβάμαι ότι θα έχει κόστος. Αυτό το κόστος δεν θα το πληρώσει κάποια παράταξη, θα το πληρώσει όλη η κοινωνία. Και φυσικά, το κόστος λειτουργεί αντίστροφα ως πολιτικό κέρδος για την κάθε εξουσία, της δημοτικής συμπεριλαμβανομένης. Για αυτό και γνώμη μου είναι ότι -σε τελευταία ανάλυση- αυτό το κόστος ήταν και το κίνητρο της απόρριψης. Η ΔΕΘ, μετά την πρώτη νίκη του καλοκαιριού, δεν συνιστά πια κάποια τεράστια μπίζνα. Ένα απλό δημόσιο έργο είναι, άντε ΣΔΙΤ, των 150 εκατομμυρίων. Ούτε είναι ακόμα καμιά κλεισμένη δουλειά. Την πόρτα λοιπόν την φάγαμε όχι για τα συγκεκριμένα συμφέροντα κάποιου εργολάβου, αλλά για να το βουλώσουμε. Να το βουλώσουμε γενικά.
Στο άλλο ζύγι υπάρχει βέβαια το εξίσου υπολογίσιμο κέρδος της μέχρι τώρα επιτυχίας σε όλους τους στόχους μας, όσο απίθανοι και να φαινόταν στην αρχή, στη συλλογή των υπογραφών, στην αλλαγή του αρχικού, ληστρικού σχεδίου ανάπλασης, και -ακόμα περισσότερο- στα υλικά αποτελέσματα μιας μοναδικής συνάντησης, υλικής και φαντασιακής, τόσων χιλιάδων ανθρώπων. Που θα γείρει τελικά η ζυγαριά;
Κανείς δεν ξέρει. Γιατί πρώτα από όλα, δεν είναι μία η ζυγαριά. Είναι 23.214, όσες οι ψυχές των ανθρώπων που υπέγραψαν. Ή μάλλον είναι 23.214 στη χιλιοστή, γιατί χίλιες φορές κάθε μέρα εναλλάσσεται μέσα μας η πίστη με την απελπισία. Αν, ωστόσο, αυτές οι ατομικές βουλήσεις παραμείνουν συντονισμένες, συλλογικές, παραμείνουν δηλαδή συγκροτημένες σε έναν Δήμο, θα γίνουν όλα λίγο πιο εύκολα. Αυτό είναι και η ευθύνη από εδώ και πέρα όχι μόνο της Οργανωτικής Επιτροπής, αλλά όλων μας, ατομικά και συλλογικά.
Ένα ακόμα στοίχημα
Γιατί ο Δήμος που αναδύθηκε προχθές ξαφνικά στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, δεν χρειάζεται να περιμένει την απόφαση της Αποκεντρωμένης ή του Συνηγόρου του Πολίτη, για να βρει το δίκιο του – αν και όλα αυτά θα γίνουν. Δεν χρειάζεται να περιμένει το τέρμινο που υποσχέθηκε ο Πρόεδρος της ΔΕΘ για να καταφανούν τα ψέματα της διοίκησης – και αυτό θα γίνει. Γιατί αυτός ο Δήμος δεν αφορά καν μόνο τη ΔΕΘ, αφορά την ίδια τη δημοκρατία και τη συμμετοχή. ΔΕΘ, άλλωστε, υπάρχουν πολλές, μικρές και μεγάλες: στην Αλυσίδα, το παραλιακό μέτωπο, το ΦΙΞ, την Αλατίνη, στο δικαίωμα στη στέγαση πρώτα από όλα, στο σχολείο των παιδιών μας, στο διπλανό ελεύθερο οικόπεδο που θέλει να χτίσει η Εκκλησία.
Δεν είναι σχήμα λόγου, δεν είναι υπόσχεση. Άλλωστε, είμαι σίγουρος, στις 9 στις 10 από αυτές τις μάχες ούτε που θα προλάβουμε να πούμε κιχ. Κανονικά, η απέναντι πλευρά, η διοίκηση, υπερτερεί. Όμως, τώρα έχουμε μια ευκαιρία. Η διοίκηση είναι λαβωμένη, απομονωμένη, απονομιμοποιημένη. Το δημοκρατικό προφίλ του Δημάρχου «που ακούει τους πολίτες», έχει διαρραγεί. Τώρα ακριβώς, αν την πλημμυρίσουμε με αιτήματα, την πιέσουμε μέσα από τη συμμετοχή, αν μας βλέπει μπροστά της σε κάθε Δημοτικό Συμβούλιο, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα.
Το πρώτο είναι να συνεχίσει στον δρόμο της Τετάρτης, απέναντι στην κοινωνία: να κρύβεται πίσω από νομικές υπεκφυγές, να λέει ψέματα, να αλλάζει στάσεις, να συκοφαντεί, και τελικά να απομονώνεται, αναζητώντας όμως ταυτόχρονα άλλες τακτικές, συμμαχίες κι εκλογικά αποθέματα. Έχει, δεν είναι ότι δεν έχει: η όλο και πιο στενή αλληλεξάρτηση με την κυβέρνηση, της ανοίγει την απύθμενη δεξαμενή της δεξιάς αυτής της πόλης – το πρόσφατο θλιβερό πάρε-δώσε με τον ακροδεξιό Καλόγηρο υποδεικνύει πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει αυτός ο δρόμος. Δεύτερο, να διαπραγματεύεται, να συζητά, να υποχωρεί, να δίνει. Όχι γιατί έχουμε αυταπάτες για τις δημοκρατικές της ευαισθησίες, οι τελευταίες από αυτές πεθάνανε προχθές, αλλά για να αποκαταστήσει τη ζημιά που έπαθε, να επανασυσπειρώσει μια πληγωμένη παράταξη και να στήσει σταδιακά μια συμμαχία που θα της επιτρέψει την επανεκλογή.
Να το πω ανοιχτά, «εμάς», με τη στενή έννοια του «εμάς», εμάς δηλαδή ως αριστερή παράταξη της αντιπολίτευσης, μας συμφέρει να πάρει τον πρώτο δρόμο. Όμως επίσης εμάς, με την ευρεία έννοια, μας συμφέρει να πάρει τον δεύτερο. Να κερδίσει πράγματα η πόλη, να χαρεί ξανά ο κόσμος. Αυτό είναι πιο μεγάλο στοίχημα από κάθε εκλογικό κέρδος. Αυτό εύχομαι λοιπόν να συμβεί.
Το πιο πιθανό είναι να κάνει λίγο το ένα, λίγο το άλλο. Ξέρετε τί λένε για όσους πατάνε σε δύο βάρκες. Κάποια κόμματα βέβαια το κάνανε στο παρελθόν με αξιοζήλευτη μαεστρία, ακόμα κι αν την έσπαγαν σε εμάς στην αριστερά. Δεν νομίζω ωστόσο ότι ούτε ο κ. Αγγελούδης, ούτε οι σύμβουλοί του, διαθέτουν αυτήν τη μαεστρία.


