Ο Κάλπηκος και ο Σπυρέτος αποφασίσανε να κάμουνε μια βόρτα .. Φορέσανε καπέλα, γυαλιά, επήρανε και τ’ ομπρελίνο τση θειάς τσ’ Αγκιολίνας , α! και το παούρι και … φτάκανε!
— Βορέ Σπυρέτο, πού με’ φερες; Ελεα θα πιαιναμε για μπάνιο με τη περιβολή που βάλαμε..
— Στην Παλιά Αγορά σ΄έφερα για να μαυρίσεις, να μη πετάς τα λεφτά σου στα σολάρια..
— Ποιά παλιά Αγορά; Εγώ αγορά δεν γλέπω. Γλέπω πλάκες, τσιμέντα και ήλιο να μου βαρεί το δόξα πατρί και είναι πρωί ακόμα και Απρίλης μήνας.
— Αυτό είναι το νέο μοντέλο ανάπλασης, συμμορφώσου. . Αγορά χωρίς μαγαζιά και πλατεία χωρίς σκιά.
Ο Κάλπηκος άνοιξε την ομπρέλα του στη μέση του πεζοδρομίου. Ο Σπυρέτος φορούσε ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο, από εκειά εκεί που είχε ο νόνος του στο θέρο, έβαλε και μαύρο γυαλί.. Σαφάρι στην έρημο το κουάδρο.
— Να σου πω, Σπυρέτο, έδεπα μέσα δεν χρειάζεται ανάπλαση. Εδώ χρειάζεται μετεωρολογικό δελτίο.
— Τσοέ;
— Διότι άμα περάσεις Ιούλιο μεσημέρι, δεν ξέρεις αμα είσαι στ΄ Αργοστόλι ή σε δοκιμασία επιβίωσης.
— Το κατάλαβες,Κάλπηκε; Δεν είναι μόνο ότι εφύανε τα μαγαζιά. Είναι ότι έφυε και η σκιά.
— Και μαζί με τη σκιά έφυγε και η κουβέντα, Σπυρέτο..
— Μα ποστιάσανε πλάκες.
— Οι πλάκες δεν κάνουνε τη πόλη. Οι αθρώποι είναι που κάνουνε τη πόλη.
— Και τα δέντρα;
— Τα δέντρα κάνουνε τσ’ ανθρώπους να μένουνε.
Ο Σπυρέτος κοίταξε γύρω του. Ούτε ένα μεγάλο δέντρο να κρατάει το μέρος. Ούτε μια φυσική σκιά να καλέσει τον περαστικό να σταθεί.
— Κι ύστερα απορούνε γιατί δεν πατεί κανείς στο έργο..
— Μα άμα και δεν έχει μαγαζιά ποιός να πατήσει;
— Κι άμα δεν έχει σκιά, ποιός να περάσει;
— Άρα τι σιάξανε;
— To “τσιμέντο να γίνει” σιάξανε..
Ο Κάλπηκος σταμάτησε κάτω από την ομπρέλα του και κοίταξε την αγορά με νοσταλγία..
— Ξέρεις τι είναι το Αργοστόλι, Σπυρέτο; Μια πόλη που ‘χασε το πράσινο.
— Έχει θάλασσα για φρεσκαδούρα..
— Η θάλασσα δεν κάνει σκιά στο πεζοδρόμιο.
— Έχει πλατείες.
— Πλατείες χωρίς δέντρα είναι τηγάνια.
— Έχει αναπλάσεις.
— Αναπλάσεις χωρίς ανθρώπους είναι μακέτες και μάλιστα κακόγουστες..
Και κάπως έτσι, οι δυο τους περβατήσανε την Παλιά Αγορά με εξάρτηση εκστρατείας. Γυαλιά, καπέλα, ομπρέλα και ύφος ανθρώπωνε που περβατούνε σε άλλονε πλανήτη.
— Σπυρέτο, να σου πω κάτι;
— Πάρλα..
— Άμα αγαπάς μια πόλη, δεν τηνε πλακώνεις τσι πλάκες, τσου γρανίτες και στα μάρμαρα μόνο. Φυτεύεις και κανα δέντρο.
— Για να κάθεται ο κόσμος;
— Για να υπάρχει λόγος να μείνει ο κόσμος..
– Πάμε Κάλπηκε, πάμε..
– Κατά που βορέ αφέντη;
– Στη βεράντα τσι θειάς τσ΄Αγκιολίνας για τσιτσιμπύρα και φρεσκαδούρα από τη μπουκοβίλια τση…


