Πριν προλάβω να κάνω την πρώτη μου ερώτηση σε οποιαδήποτε συνέντευξη, σχεδόν πάντα μου απευθύνουν μία πρώτα.
«Είσαι Ελληνίδα»;
Και λίγο μετά: «Έχεις πάει στην Ελλάδα;».
Προς απογοήτευση των συνομιλητών μου, η απάντηση και στις δύο είναι «όχι». Μεγάλωσα όμως σε γερμανικό σπίτι, μιλώντας τη γλώσσα άπταιστα και ταξιδεύοντας συχνά στην Ευρώπη για να επισκεφθώ συγγενείς.
Στον «Νέο Κόσμο», γράφω συχνά για τους Ελληνοαυστραλούς τρίτης γενιάς και τη σχέση τους με την πολιτισμική «υποκουλτούρα» μέσα στην οποία μεγάλωσαν.
Αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το πόσο ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση οι άνθρωποι αυτής της κουλτούρας τη μοιράζονται, ακόμη και με όσους δεν ανήκουν σε αυτήν.
Η πρώτη μου φίλη στο Λύκειο, η Kat Polendakis, ήταν και η πρώτη μου επαφή με τους Έλληνες της Μελβούρνης.
Οι οικογενειακές συγκεντρώσεις ήταν πάντα γενναιόδωρες — γεμάτες φαγητό, κόσμο και ξαδέρφια.
Πολύ σύντομα έμαθα να προφέρω σωστά το γαλακτομπούρεκο, που έγινε και το αγαπημένο μου γλυκό. Στο κέντρο κάθε συνάντησης βρίσκονταν πάντα η γιαγιά και ο παππούς.
Οι ιστορίες που αγαπώ περισσότερο να γράφω είναι εκείνες που εκτείνονται σε περισσότερες από μία γενιές.
Όπως αυτή της 24χρονης σχεδιάστριας μόδας Evie Ganikis, που έμαθε να ράβει δίπλα στη μοδίστρα γιαγιά της, την Ευδοξία. Οι δυο τους περνούν μαζί περισσότερο χρόνο «από οποιονδήποτε άλλον στον Κόσμο», όπως λέει η ίδια.
Οι Έλληνες τρίτης γενιάς μεγαλώνουν με τις αφηγήσεις των παππούδων τους για τη μεταπολεμική μετανάστευση, έχοντας πλήρη επίγνωση του πόσο πρόσφατη είναι αυτή η ιστορία.
Σήμερα, η ευθύνη της διατήρησης και της συνέχειας αυτής της πολιτισμικής ταυτότητας περνά στα δικά τους χέρια.
Μια ακόμη διαγενεακή ιστορία είναι αυτή του Ilias Tsinanis, ο οποίος θυμάται έντονα τη ζωή στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla το 1967, όταν ήταν παιδί.
Οι γονείς του, αναλφάβητοι ακόμη και στη μητρική τους γλώσσα, τα Ελληνικά, εργάστηκαν σε βαριές χειρωνακτικές δουλειές κάτω από σκληρές συνθήκες μόλις έφτασαν στη Μελβούρνη.
Η συνέντευξή μας έγινε στο δικηγορικό γραφείο του Ilias και της συζύγου του, ενώ στο διπλανό δωμάτιο εργαζόταν ως δικηγόρος ο γιος τους.
Για τους γονείς του, λέει, αυτή η επιτυχία είναι «η ανταμοιβή για πολλές θυσίες».
Ακόμη κι αν δεν έγραφα για τον «Νέο Κόσμο», ζώντας στη Μελβούρνη θα ήταν δύσκολο να μη βρεθώ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέσα στον ελληνικό κόσμο. Είναι χαραγμένος στο ίδιο το σώμα της πόλης.
Στη γωνία του δρόμου μου υπάρχει μια ελληνορθόδοξη εκκλησία. Από το παράθυρό μου ακούω τις κουβέντες και τα πειράγματα των καλεσμένων σε γάμους.
Οι φίλοι μου μοιράζονται ένα σπίτι στο Thornbury, με μια ελιά στην αυλή και μεγάλες κολόνες στη βεράντα. Το ηλικιωμένο ζευγάρι Ελλήνων που ζει απέναντι, βρίσκεται εκεί πριν γεννηθούμε και πάντα μας χαιρετά.
Αν έπρεπε να κάνω μια γενίκευση για τους Έλληνες, θα έλεγα πως είναι ανοιχτοί και ζεστοί άνθρωποι.
Αν αναφέρω ότι γράφω για τον «Νέο Κόσμο», τα πρόσωπα φωτίζονται αμέσως:
«Ο παππούς μου διαβάζει αυτή την εφημερίδα!».
Συχνά αστειεύονται μαζί μου πως μιλούν πολύ για το ότι είναι Έλληνες — ίσως και λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται.
Κι όμως, μάλλον αυτό ακριβώς είναι που κάνει την κοινότητα τόσο ορατή. Και ίσως γι’ αυτό τόσοι πολλοί από εμάς τους μη Έλληνες νιώθουμε τόσο κοντά της.
Τον τελευταίο χρόνο απόλαυσα τις συναντήσεις και τις συνεντεύξεις με Ελληνοαυστραλούς και ανυπομονώ να γνωρίσω ακόμη περισσότερους.


