Θυμάμαι τη μάνα μου να σφίγγει την ποδιά της και τον πατέρα να λέει λίγα λόγια, βαριά σαν το κρύο. Εκείνες τις μέρες έσφαζαν τα γουρούνια σχεδόν σε κάθε σπίτι. Ήταν ανάγκη, ήταν τελετουργία, ήταν ζωή που συνεχιζόταν.Από την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού.Την καθάριζαν προσεκτικά, τη φύσαγαν με το στόμα ώσπου να φουσκώσει κι έμοιαζε μ’ ένα παράξενο μπαλόνι, διάφανο, ζωντανό. Την τύλιγαν με πανιά, κουρέλια, σπάγκους ό,τι έβρισκαν. Και τότε… η μπάλα ήταν έτοιμη.Ήταν υπόσχεση.Ένα παφΣιωπή. Μάτια χαμηλωμένα. Ένα δάγκωμα στα χείλη για να μη φανεί το κλάμα.Πήγαιναν σε άλλο σπίτι. Σχεδόν παντού είχαν σφάξει. Κι έτσι το όνειρο ξανάρχιζε. Από την αρχή. Με την ίδια λαχτάρα, την ίδια αγνότητα.Κι όμως τόσο σεμνά.
Και τόσο γεμάτα αγάπη.Και τότε χωρίς να το ξέρουμε την προλαβαίναμε.με υγεία, φως και αγάπη σε κάθε σπίτι.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Χαλκιδική – Xalkidiki Politiki .
