Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Η Καλλίπολη κι εμείς

Το ζήτημα με τη διακοπή της τελετής «Welcome to Country» στις φετινές εκδηλώσεις των ANZAC στο Shrine of Remembrance είναι σοβαρό και καταδικαστέο, ακριβώς επειδή τέτοιες στιγμές μνήμης απαιτούν περισυλλογή, ευπρέπεια και ιστορική συνείδηση. Ο χώρος του μνημείου και η ημέρα της επετείου προϋποθέτουν μια κοινή στάση σεβασμού απέναντι στους νεκρούς και απέναντι στις ιστορίες που συγκροτούν τον τόπο. Η δημόσια προσβολή μιας τελετής αναγνώρισης προς τους Πρώτους Λαούς της Αυστραλίας μαρτυρεί μια επικίνδυνη αδυναμία συνύπαρξης με το παρελθόν και μια επίμονη επιθυμία να αντιμετωπίζεται η μνήμη ως αποκλειστικό κτήμα ορισμένων και όχι ως κοινός τόπος ευθύνης.

Ωστόσο, εάν επιθυμούμε πραγματικά να μιλήσουμε για ιστορική εντιμότητα, οφείλουμε να κοιτάξουμε και τη δική μας σιωπή. Διότι το πρόβλημα της Καλλίπολης για την ελληνική παροικία της Μελβούρνης δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή ενός γενικού αυστραλιανού μύθου περί ηρωισμού, αλλά έγκειται στο ότι, στην προσπάθειά μας να εισέλθουμε στο εθνικό αφήγημα του ANZAC και να εξασφαλίσουμε θέση μέσα σε αυτό, έχουμε αποδεχθεί την εξαφάνιση της ίδιας της ελληνικής ιστορίας της Καλλίπολης.

Η χερσόνησος της Καλλίπολης παρουσιάζεται συχνά ως ένα σχεδόν μυθικό πεδίο θυσίας, όπου νεαροί Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί διαμόρφωσαν την εθνική τους συνείδηση μέσα από την αποτυχία και το αίμα. Η εικόνα αυτή είναι ισχυρή, συγκινητική και βαθιά ριζωμένη στη δημόσια μνήμη. Όμως η Καλλίπολη δεν υπήρξε ποτέ ένας άδειος τόπος που περίμενε να αποκτήσει νόημα μέσω της απόβασης του 1915. Ήταν ένας τόπος ελληνικός, με γηγενείς πληθυσμούς, με χωριά, εκκλησίες, σχολεία, κοιμητήρια και μια ζωντανή κοινωνική και οικονομική παρουσία. Η γλώσσα μας συχνά τους μεταχειρίζεται σαν μεταγενέστερη προσθήκη στην ιστορία της χερσονήσου, ενώ στην πραγματικότητα η ελληνική παρουσία προϋπήρχε του ίδιου του μύθου που σήμερα τιμάται εκεί.

Πριν από το 1914, μεταξύ 27.000 και 32.000 Έλληνες κατοικούσαν στη χερσόνησο, αποτελώντας περίπου το ήμισυ και σε ορισμένες περιοχές την απόλυτη πλειονότητα του πληθυσμού. Μέχρι το 1919, δεν είχε απομείνει κανείς. Η συντριπτική πλειονότητα είχε πεθάνει, εκτοπιστεί ή εξαναγκαστεί σε βίαιη μετακίνηση προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας .

Ζούμε ίσως την πλέον πικρή ειρωνεία της παροικιακής μας συνθήκης: απόγονοι ανθρώπων που υπήρξαν αυτόχθονες της Καλλίπολης, στεκόμαστε σήμερα στην Αυστραλία και ακούμε την ιστορία του τόπου τους να αφηγείται σάν οι ίδιοι να μην υπήρξαν ποτέ εντός αυτής, ενώ συχνά συναινούμε αδιαμαρτύρητα σε αυτή την αφαίρεση, ευγνώμονες απλώς που μας παραχωρείται μια θέση στο ακροατήριο της μνήμης. Οι πρόγονοί μας ανήκαν οργανικά σε εκείνη τη γη· οι απόγονοί τους φέρουν πλέον την ιδιότητα του μετανάστη, ενώ ο τόπος τους μνημονεύεται ως το σκηνικό της εθνικής ενηλικίωσης άλλων.

Η εξαφάνιση των Καλλιπολιτών εντάσσεται σε μια συστηματική πολιτική εθνοκάθαρσης των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων. Η «εκκένωση» της Καλλίπολης, όπως ονομάστηκε με τη γνωστή ευγένεια της διοικητικής γλώσσας, σήμαινε δίωξη, αρπαγή περιουσιών, βιασμούς, εξαντλητικές πορείες, τάγματα καταναγκαστικής εργασίας, πείνα και θάνατο. Οι άνθρωποι αυτοί εξαφανίστηκαν από τον τόπο τους ακριβώς τη στιγμή που ο τόπος τους μετατρεπόταν σε θέατρο της πιο ιερής στρατιωτικής μνήμης της Αυστραλίας .

Κι όμως, αυτή η ελληνική παρουσία σχεδόν απουσιάζει από τις επίσημες επετείους, από τις σχολικές αφηγήσεις, από τις καταθέσεις στεφάνων και τις ομιλίες των ηγετίσκων μας, ακόμη και από τον λόγο της ίδιας της ελληνικής παροικίας. Αντί να επιμείνουμε στη μνήμη των αυτοχθόνων Ελλήνων της Καλλίπολης, προτιμούμε συχνά να επαναλαμβάνουμε ότι «οι ANZAC», συγχέοντας πρόθυμα τον Πρώτο με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, «πολέμησαν για την Ελλάδα», ότι «οι Αυστραλοί υπερασπίστηκαν τον ελληνισμό», ότι η εκστρατεία υπήρξε μια πράξη υπεράσπισης της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Κάθε χρόνο, άνθρωποι της διασποράς ταξιδεύουν στην Καλλίπολη, καταθέτουν στεφάνια, φωτογραφίζονται μπροστά στα μνημεία των ANZAC και επιστρέφουν συγκινημένοι από την εμπειρία της ιστορίας. Σπάνια τίθεται το απλό και άβολο ερώτημα: πού βρίσκονταν τα ελληνικά χωριά αυτής της χερσονήσου; Πού είναι τα ίχνη των ανθρώπων που ζούσαν εκεί πριν ο τόπος τους μετατραπεί σε προσκύνημα ενός άλλου εθνικού μύθου; Η μνήμη συχνά καταναλώνεται ως τοπίο, ενώ οι άνθρωποι που την κατοίκησαν εξαφανίζονται πίσω από τα μνημεία.

Αυτή η διατύπωση προσφέρει συναισθηματική παρηγοριά και κοινωνική ασφάλεια. Επιτρέπει στην ελληνική παροικία, έστω μερικώς, να ενταχθεί στο αυστραλιανό εθνικό αφήγημα και να τοποθετήσει τον εαυτό της εντός μιας αναγνωρισμένης ηθικής γεωγραφίας. Όμως το τίμημα αυτής της ένταξης είναι βαρύ. Για να χωρέσουμε στον μύθο του ANZAC, αποδεχόμαστε τη σιωπή γύρω από τους Έλληνες της ίδιας της Καλλίπολης.

Ο Michel Foucault θα έλεγε ότι εδώ λειτουργεί ένα καθεστώς αλήθειας. Η μνήμη οργανώνεται από δομές εξουσίας που καθορίζουν ποιες αφηγήσεις θεωρούνται θεμιτές και ποιες παραμένουν αμήχανες ή ανεπιθύμητες. Η φράση «οι Αυστραλοί πολέμησαν για την Ελλάδα» ακούγεται εύκολα και επαναλαμβάνεται χωρίς αντίσταση. Η φράση ότι η εκστρατεία της Καλλίπολης εκτυλίχθηκε πάνω στην εθνοκάθαρση των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής προκαλεί δυσφορία και συνήθως αποσιωπάται .

Στην αυστραλιανή δημόσια ζωή, η λέξη ANZAC λειτουργεί σχεδόν ως πολιτικό δόγμα. Περιβάλλεται από μια μορφή τελετουργικής ιερότητας που καθιστά κάθε ερώτηση περί της δομής του μύθου σχεδόν πράξη βλασφημίας. Όποιος επιχειρεί να μετακινήσει το βλέμμα από τον ηρωισμό προς τις συνθήκες που τον περιέβαλαν, από το έπος προς την εθνοκάθαρση που προηγήθηκε, αντιμετωπίζεται συχνά ως ταραξίας της μνήμης και όχι ως υπερασπιστής της ιστορικής αλήθειας.

Ο Pierre Bourdieu θα περιέγραφε αυτή τη διαδικασία ως αναζήτηση συμβολικού κεφαλαίου. Η ιστορική ερμηνεία μετατρέπεται σε μέσο κοινωνικής νομιμοποίησης. Υιοθετώντας το κυρίαρχο αφήγημα της θυσίας και της αυστραλιανής στρατιωτικής αρετής, η ελληνική παροικία αποκτά αναγνώριση, αξιοπιστία και θέση μέσα στο δημόσιο πεδίο .

Η ειρωνεία γίνεται ακόμη οξύτερη όταν αναλογιστούμε ότι στην Αυστραλία έχουμε μάθει, και ορθώς, να αρχίζουμε τις δημόσιες τελετές με το ερώτημα ποιος ανήκε πρώτος σε αυτόν τον τόπο. Το Welcome to Country ακριβώς αυτό απαιτεί: την αναγνώριση της προϋπάρχουσας σχέσης ανθρώπου και γης. Στην Καλλίπολη, αντιθέτως, αποδεχόμαστε αδιαμαρτύρητα μια μνήμη που αρχίζει μόνον όταν αποβιβάζονται οι ANZAC, σαν πριν από αυτούς να υπήρχε μονάχα γεωγραφία και όχι χιλιετίες γηγενούς ελληνικής παρουσίας.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η αποσιώπηση δεν επιβάλλεται μόνο απ’ έξω. Τη συντηρούμε εμείς οι ίδιοι. Φορείς και ηγετίσκοι συχνά αναπαράγουν την ίδια αφήγηση, ακριβώς επειδή αυτή προσφέρει μια ασφαλή μορφή αποδοχής. Όπως επισημαίνουν οι Γιώργος Βασιλακόπουλος και Τούλα Νικολακοπούλου ο μετανάστης στην Αυστραλία παραμένει διαρκώς υπό το βάρος της ανάγκης να αποδείξει ότι δεν είναι ανατρεπτικός. Η ένταξη λειτουργεί ως συνεχής επιτέλεση πίστης προς το εθνικό αφήγημα .

Η ίδια η γλώσσα της «ευγνωμοσύνης» αξίζει επίσης προσοχή. Η παροικία έχει μάθει να μιλά προς την Αυστραλία με τον τόνο του ευγνώμονος φιλοξενούμενου, ακόμη και όταν αναφέρεται σε ιστορίες που προηγούνται της ίδιας της μετανάστευσής της. Αυτή η διαρκής ανάγκη επιβεβαίωσης παράγει μια προθυμία αποφυγής κάθε ιστορικής αμηχανίας. Η διεκδίκηση της αλήθειας συχνά υποχωρεί μπροστά στον φόβο μήπως η ευγνωμοσύνη εκληφθεί ως ανεπαρκής και κοπούν οι επιχορηγήσεις.

Εδώ ακριβώς έγκειται και η δική μας ευθύνη ως Ελλήνων της Μελβούρνης. Ζούμε σε μια χώρα που απαιτεί, ορθώς, αναγνώριση των αυτοχθόνων λαών της και της σχέσης τους με τη γη. Συμμετέχουμε σε τελετές όπου η μνήμη της εκτόπισης και της αποικιοκρατίας τίθεται στο κέντρο του δημόσιου λόγου. Κι όμως, όταν πρόκειται για τους Έλληνες της Καλλίπολης, αποδεχόμαστε μια αφήγηση όπου οι αυτόχθονες κάτοικοι εξαφανίζονται από το κάδρο και αντικαθίστανται από μια βολική ρομαντική εικόνα περί αυτοκρατορικής θυσίας.

Το ουσιώδες ερώτημα δεν αφορά απλώς το ποιον θυμόμαστε, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη μνήμη μας. Η δημόσια μνήμη σπάνια λειτουργεί ως ουδέτερη καταγραφή του παρελθόντος· περισσότερο μοιάζει με μια επιλεκτική αρχιτεκτονική, όπου ορισμένες παρουσίες τοποθετούνται στο κέντρο και άλλες μετακινούνται διακριτικά προς την περιφέρεια, ώστε το οικοδόμημα να παραμένει σταθερό και κοινωνικά αναγνωρίσιμο. Στην περίπτωση της Καλλίπολης, η ηρωική αφήγηση του ANZAC απέκτησε σχεδόν λειτουργικό χαρακτήρα μέσα στην αυστραλιανή εθνική συνείδηση, ενώ οι Έλληνες της χερσονήσου, οι αυτόχθονες κάτοικοί της, υποχώρησαν σε μια άβολη λεπτομέρεια που διαταράσσει την καθαρότητα του μύθου.

Αν η παροικία μας επιθυμεί πράγματι να τιμά την ιστορία, οφείλει να εγκαταλείψει την άνεση της απλής συμμετοχής στον μύθο του ANZAC και να στραφεί προς τη δυσκολότερη εργασία της μνήμης: τη διεκδίκηση της αλήθειας της Καλλίπολης ως ελληνικής ιστορίας, ως ιστορίας εκτοπισμού, ως ιστορίας ανθρώπων που έπαψαν να υπάρχουν ακριβώς τη στιγμή που ο τόπος τους μετατρεπόταν σε εθνικό σύμβολο άλλων.

Έτσι, κάθε Απρίλιο, στεκόμαστε μπροστά στα μνημεία και αποδίδουμε φόρο τιμής σε έναν τόπο που υπήρξε ελληνικός, επαναλαμβάνοντας με ευλάβεια μια αφήγηση που μάθαμε να υπηρετούμε άψογα, υπό τον όρο ότι θα λησμονούμε τη δική μας. Και ίσως αυτή να είναι η πιο επιτυχημένη μορφή αφομοίωσης: να γίνεσαι ο καλύτερος φύλακας της μνήμης των άλλων, ακριβώς τη στιγμή που εγκαταλείπεις τη δική σου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Το πρωτότυπο άρθρο https://neoskosmos.com/el/2026/04/26/news/community/i-kallipoli-ki-emeis/ ανήκει στο Παροικια – Neos Kosmos .