Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Η δύναμη της υποστήριξης των παιδιών ενάντια στον σχολικό εκφοβισμό

Η Αντωνία Γαγάνη, ψυχολόγος του «Χαμόγελου του Παιδιού» και δραστηριοποιούμενη στο Κέντρο Άμεσης Κοινωνικής Επέμβασης του Οργανισμού στο Ρέθυμνο μιλά στα «Ρ.Ν.» για το φαινόμενο που λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις

Ένα φαινόμενο που ταλαιπωρεί τις ζωές χιλιάδων παιδιών και φαίνεται να παρατηρείται όλο και περισσότερο σε διάφορες μορφές, είναι αυτό του σχολικού εκφοβισμού. Παιδιά τα οποία κατ’ επανάληψη βρίσκονται στο στόχαστρο συγκεκριμένων συμμαθητών τους και υπόκεινται διαφόρων τύπων βία, από λεκτική και συναισθηματική μέχρι σωματική και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και σεξουαλική, βιώνουν μια πραγματικότητα η οποία επηρεάζει πάρα πολλές πτυχές της ζωής τους, συχνά ακόμη και με μακροχρόνιες επιπτώσεις, ακόμα και όταν τα περιστατικά βίας που δέχονται έχουν διακοπεί. Αυτές οι καταστάσεις φυσικά δεν λαμβάνουν χώρα μόνο εντός των σχολικών μονάδων, αλλά πολλές φορές επεκτείνονται και εκτός του σχολικού πλαισίου, περνώντας ακόμα και στον ψηφιακό κόσμο, με το διαδικτυακό bullying να αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» η Αντωνία Γαγάνη, ψυχολόγος του «Χαμόγελου του Παιδιού» και δραστηριοποιούμενη στο Κέντρο Άμεσης Κοινωνικής Επέμβασης του Οργανισμού στο Ρέθυμνο επιβεβαιώνει πως πράγματι το φαινόμενο λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις πανελλαδικά και πως το προηγούμενο έτος παρατηρήθηκε αύξηση στις κλήσεις που λήφθηκαν για αιτήματα συμβουλευτικής πάνω στο ζήτημα αλλά και αιτήματα που αφορούσαν τον σχολικό εκφοβισμό γενικότερα, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που γνωστοποίησε το «Χαμόγελο του Παιδιού» για το 2025, κατά το προηγούμενο έτος πραγματοποιούνταν αναφορές ή/και υποστήριξη για Bullying σε δύο παιδιά κάθε τρεις ημέρες. Όπως τονίζει η ψυχολόγος του Οργανισμού η απόλυτη εξάλειψη του φαινομένου δεν είναι σίγουρο αν είναι εφικτό να επέλθει, ωστόσο είναι σημαντικό πως μέσω των δράσεων πρόληψης τα παιδιά στα σχολεία αυτή τη στιγμή γνωρίζουν πολύ καλύτερα τα θέματα γύρω από τον σχολικό εκφοβισμό σε σχέση με παλαιότερα, έχουν επίγνωση για το τι στάση πρέπει να κρατούν απέναντι στα φαινόμενα εκφοβισμού, ενώ είναι ενήμερα και για τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους ώστε αν και εφόσον βρεθούν σε μια τόσο δυσάρεστη κατάσταση, να γνωρίζουν ότι δεν είναι μόνα. «Έστω και σε ένα μόνο παιδί να μείνει αυτό το μήνυμα, είμαστε σε πολύ καλό δρόμο», τονίζει χαρακτηριστικά η ίδια.

Ο εκφοβισμός είναι μια συστηματική κατάσταση

Συχνά ο σχολικός εκφοβισμός συγχέεται με τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που υπάρχουν σε ένα σχολείο. Σε αντίθεση με τον εκφοβισμό, η ενδοσχολική βία αφορά περιστασιακά βίαια επεισόδια ανάμεσα στα παιδιά, κατά κύριο λόγο, συμπεριφορές που δεν χαρακτηρίζονται από πρόθεση, επανάληψη και η επιθετικότητα δεν σχετίζεται άμεσα με σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στους μαθητές. Αντίθετα ο σχολικός εκφοβισμός, όπως αναφέρει η ψυχολόγος του «Χαμόγελου του Παιδιού», Αντωνία Γαγάνη, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: «Έχει συστηματικότητα, δηλαδή για τουλάχιστον ένα μήνα να συμβαίνει αυτό. Γίνεται με πρόθεση να πληγώσει κάποιον. Έχει συγκεκριμένο στόχο, δηλαδή συγκεκριμένο δέκτη συμπεριφοράς στην εκάστοτε περίπτωση και υπάρχει ανισορροπία δύναμης μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται. Δηλαδή το ένα άτομο έχει την αίσθηση ανωτερότητας και επιβολής δύναμης σε ένα συμμαθητή του που ενδεχομένως είναι πιο αδύναμος από την άποψη ότι μπορεί να έχει κάποιο χαρακτηριστικό που να τον διαφοροποιεί. Υπάρχει επίσης αυτή η απουσία υποστηρικτικού δικτύου για το παιδί που δέχεται εκφοβισμό, που κάπως το φέρνει σε θέση δυσκολίας να υπερασπιστεί τον εαυτό του γιατί δεν υπάρχουν άτομα ακριβώς να είναι δίπλα του σε αυτή τη συνθήκη».

Πέραν των γνωστών μορφών βίας που μπορεί να δέχεται ένα παιδί που υπόκειται σχολικό εκφοβισμό (λεκτική, σωματική, σεξουαλική), η πιο ύπουλη μορφή είναι, όπως εξηγεί η κ. Γαγάνη, η έμμεση βία διότι συχνά είναι δύσκολο να αναγνωριστεί από πλευράς ενηλίκων, οι οποίοι για να το κάνουν αυτό θα πρέπει να είναι πολύ καλοί παρατηρητές των δυναμικών που υπάρχουν ανάμεσα στα παιδιά. «Η έμμεση βία περιλαμβάνει πράξεις κοινωνικού αποκλεισμού και συκοφαντίας και είναι και πιο δύσκολο να ανιχνευθεί γιατί προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο αναγνώρισης της δυναμικής των σχέσεων στο σχολικό περιβάλλον, οπότε μπορεί να διαρκεί και για χρόνια μια κατάσταση σχολικού εκφοβισμού και να μην γίνει αντιληπτή και να μην αντιμετωπιστεί».

Ενδείξεις ότι ένα παιδί δέχεται εκφοβισμό ή εκφοβίζει

Για να αναγνωρίσει ένας γονιός ότι το παιδί του δέχεται εκφοβισμό από συμμαθητές του, χρειάζεται να το παρατηρεί αλλά και να επικοινωνεί μαζί του. Κάποιες ενδείξεις, όπως τις αναφέρει η κ. Γαγάνη είναι εντοπίσιμες και με στοχευμένες ερωτήσεις προς το παιδί ενδεχομένως να έρθει στην επιφάνεια η αλήθεια, καθώς τα παιδιά που δέχονται βία συστηματικά στο σχολείο συνήθως έχουν έντονο το αίσθημα της ντροπής ώστε να το παραδεχθούν ή να το πουν ευθέως. «Τα παιδιά που ενδεχομένως υφίσταται εκφοβισμό -γιατί δεν τα ονομάζουμε θύματα όπως συχνά αναφέρεται στον δημόσιο λόγο – μπορεί να τα δούμε με ρούχα, ή αντικείμενα κατεστραμμένα. Ακόμη ενδέχεται να μην μπορούν να δικαιολογήσουν για ποιο λόγο δεν έχουν στην κατοχή τους τα πράγματά τους, «τι τους συνέβη;», μπορούμε να ρωτήσουμε. Μπορεί να φέρουν αδικαιολόγητες πληγές ή τραύματα, «Πως το έπαθες αυτό; Έπεσες στο σχολείο και αν έπεσες στο σχολείο, πως έγινε αυτό;», είναι μια καλή ερώτηση την οποία δεν μπορούν ακριβώς να εξηγήσουν γιατί ακριβώς υπάρχει αυτό το κομμάτι της ντροπής. Ακόμη τα παιδιά αυτά, παραπονιούνται συχνά για πονοκεφάλους ή πονόκοιλους, εμφανίζουν δηλαδή τα λεγόμενα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Μπορεί να εντοπίσουμε επίσης και δυσκολίες στον ύπνο από την άποψη είτε να κοιμούνται ελάχιστα είτε να έχουν ανάγκη τον ύπνο για παραπάνω ώρες από ό,τι συνήθως. Επίσης, μπορεί να αποφεύγουν συγκεκριμένα μέρη που παλιά πήγαιναν κανονικά ή να επιλέγουν και μια διαφορετική διαδρομή για να πάνε στο σχολείο τους ή γενικότερα να δείχνουν άρνηση να πάνε στο σχολείο τους. Αντίστοιχα, μπορεί να δούμε ξαφνική ή βαθμιαία μείωση της σχολικής του απόδοσης και το γεγονός ότι θα έχουν όλο και περισσότερο μειωμένο κοινωνικό περίγυρο, συναναστροφές με συνομήλικους και θα εμφανίσουν μια γενικότερη απομόνωση», περιγράφει η κ. Γαγάνη.

Και από την άλλη, εξίσου σημαντική είναι και η παρατήρηση των ενδείξεων που μαρτυρούν πως ένα παιδί εκφοβίζει, ώστε ο γονιός να παρέμβει άμεσα και αποτελεσματικά. «Οι ενδείξεις που οφείλουν να μας προβληματίσουν για το ότι το παιδί μας μπορεί να εκφοβίζει είναι ότι θα αναφέρεται από το σχολικό περιβάλλον συχνή συμμετοχή σε καβγάδες. Επίσης, το ότι μπορεί οι φίλοι του να εκφοβίζουν άλλα παιδιά, μας βάζει στη σκέψη ότι και το παιδί μας μπορεί να συμμετέχει σε όλο αυτό. Να εμφανίζει μια έντονη επιθετικότητα και να έχει στην κατοχή του χρήματα ή αντικείμενα που δεν μπορεί να εξηγήσει πως τα απέκτησε. Τα παιδιά αυτά συνήθως δεν θα αναλάβουν τις ευθύνες τους για τις πράξεις τους και θα επιρρίψουν τις ευθύνες αντίστοιχα σε άλλους. Και θα έχουν μια ανταγωνιστικότητα και μια ανησυχία για το αν θα κρατήσουν τη δημοτικότητά τους γιατί μέσα από όλο αυτό φυσικά είναι η ανάγκη για προσοχή και η απόκτηση κύρους μέσα στην ομάδα», τονίζει η ψυχολόγος.

Και οι δύο πλευρές χρειάζονται βοήθεια

Τόσο το παιδί που βρίσκεται κάτω από το καθεστώς μιας εκφοβιστικής συμπεριφοράς όσο και το παιδί που εκφοβίζει, χρειάζονται τη βοήθεια και την παρέμβαση των ενηλίκων. Και τα δύο παιδιά έχουν ανάγκη από κατάλληλη καθοδήγηση για να ξεπεράσουν την εκφοβιστική εμπειρία στην οποία ενεπλάκησαν και επιπλέον δεν παύει να είναι και τα δύο ακριβώς αυτό: παιδιά, που έχουν ανάγκη από τη φροντίδα και τη συμβουλευτική του ενήλικα.

«Όταν ο γονέας ενημερωθεί ότι το παιδί του εκφοβίζει είναι σημαντικό για αρχή να κρατήσει την ψυχραιμία του γιατί σίγουρα είναι κάτι που θα τον αναστατώσει, θα θελήσει να μπει σε μια διαδικασία συζήτησης που όμως μπορεί να πάρει μια δύσκολη τροπή και το παιδί αυτό μην ξεχνάμε ότι χρειάζεται βοήθεια γιατί κάπως θέλει να εκφράσει τις ανάγκες του αλλά με έναν όχι τόσο υγιή τρόπο. Οπότε πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει μια δυσκολία και θα πρέπει να συζητήσουμε μαζί του πως ακριβώς έφτασε στην κατάσταση αυτή. Ουσιαστικά να το βοηθήσουμε να μπει στη θέση του άλλου παιδιού και να του δώσουμε να καταλάβει ότι η συμπεριφορά του αυτή δεν ήταν αποδεκτή. Δεν θα προχωρήσουμε στη σωματική βία. Σε καμία περίπτωση. Η σωματική βία αποδεδειγμένα έχει πολύ επιβλαβείς επιπτώσεις και μακροπρόθεσμα βλάπτει και τη σωματική και την ψυχική υγεία του παιδιού. Και βέβαια πρέπει να ακούσουμε τα συναισθήματά του. Να δούμε τι το δυσκολεύει αυτό το διάστημα. Και επίσης σημαντικό σε επόμενο διάστημα να θέσουμε στο παιδί κάποια όρια, στα οποία να παραμείνουμε σταθεροί και να υπάρχει η συνέπεια. Για παράδειγμα να του πούμε ότι αν δεν κάνεις αυτό το οποίο έχουμε συμφωνήσει τότε θα πρέπει δυστυχώς για παράδειγμα να σου πάρω το κινητό για κάποιες μέρες. Να τηρούνται πάντα και όχι μια φορά και τέλος. Φυσικά οι γονείς πρέπει να επικοινωνούν και με το σχολείο ώστε να υπάρχουν κοινές κατευθύνσεις και αν χρειάζεται παραπάνω πλαισίωση και καθοδήγηση είναι απόλυτα θεμιτό να ζητήσουμε καθοδήγηση από ειδικούς ψυχικής υγείας».

Όσο για το τι μπορεί ένας γονέας να κάνει όταν αντιληφθεί ότι το παιδί του δέχεται εκφοβιστική συμπεριφορά, η κ. Γαγάνη επισημαίνει: «Για αρχή ακούμε σίγουρα το παιδί μας, θέλοντας να μας εκφράσει τη δυσκολία που βίωνε όλο αυτό το διάστημα. Πρέπει και εμείς να διαχειριστούμε με ψυχραιμία τις πληροφορίες που θα μας δώσει το παιδί. Το ενημερώνουμε ότι αυτό που συνέβαινε δεν επιτρέπεται να συμβεί, κανείς δεν επιτρέπεται να σε χτυπάει και να σε κάνει να νιώθεις άσχημα και να φοβάσαι. Και εννοείται τονίζουμε ότι είμαστε εκεί για να το βοηθήσουμε και ότι θέλουμε να μας μιλάει γιατί μας ανησυχεί ό,τι του συμβαίνει. Και φυσικά είμαστε πάντα σε κοινή γραμμή με τους εκπαιδευτικούς ώστε να προγραμματιστούν και δράσεις με όλη την τάξη. Και εφόσον βλέπουμε ότι η δυσκολία στο παιδί συνεχίζει παρόλη τη δική μας πλαισίωση είναι πάλι να συμβουλευόμαστε τους ειδικούς ψυχικής υγείας».

Η κ. Γαγάνη περιγράφει τα περιστατικά εκφοβισμού ως τριγωνικές σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται το παιδί που εκφοβίζει, εκείνο που δέχεται τον εκφοβισμό και οι παρατηρητές. Οι τελευταίοι, όπως εξηγεί, μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο για την έκβαση του φαινομένου. Χαρακτηριστικά επισημαίνει πως στα σχολεία στα οποία παρατηρείται ότι τα παιδιά που δεν παρεμβαίνουν όταν κάποιος συμμαθητής τους εκφοβίζεται ή που συμμετέχουν και αναπαράγουν τη βίαιη συμπεριφορά, τότε στα σχολεία αυτά τα φαινόμενα εκφοβισμού είναι συχνότερα και μεγαλύτερης έντασης. «Είναι πολύ σημαντικό να ενημερώνουμε τα παιδιά, για τον δικό τους ρόλο ως παρατηρητές. Ο σχολικός εκφοβισμός δεν αφορά μόνο το παιδί που εκφοβίζει ή που εκφοβίζεται. Τα παιδιά που είναι απέξω είναι σημαντικό να παρεμβαίνουν και να υποστηρίζουν το άτομο που εκφοβίζεται», αναφέρει μεταξύ άλλων η ψυχολόγος.

«Τα παιδιά έχουν ανάγκη να επικοινωνήσουν τα συναισθήματά τους»

Ένας καταλυτικός παράγοντας ο οποίος πυροδοτεί τα φαινόμενα του σχολικού εκφοβισμού κατά την κ. Γαγάνη, είναι η ανάγκη των παιδιών για επικοινωνία. «Βλέπαμε από το 2025 ότι υπήρξε αύξηση στις κλήσεις που λάβαμε για αιτήματα συμβουλευτικής, και για αιτήματα που αφορούσαν τον σχολικό εκφοβισμό. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι ίσως μια όλο και μεγαλύτερη ανάγκη των παιδιών να επικοινωνήσουν συναισθήματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο δεν βρίσκουν ανταπόκριση», επισημαίνει η ψυχολόγος. Και από την άλλη, κατά την ίδια εξίσου καθοριστική είναι η δυσκολία των ενηλίκων να θέσουν σαφή όρια στα παιδιά. «Το ζήτημα συνδέεται και με τη δυσκολία των ενηλίκων να θέσουμε όρια. Αντιλαμβανόμαστε ως γονείς ότι παλαιότερα οι συνθήκες ήταν πιο δύσκολες οπότε δεν θέλουμε τώρα να θέσουμε όρια στο παιδί και να γίνουμε αυστηροί. Θέλουμε τα παιδιά πιο ελεύθερα. Όμως τα όρια εξασφαλίζουν ακριβώς τη σωματική και ψυχική ασφάλεια των παιδιών μας και τα βοηθάνε να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση και να κατανοούν κανόνες. Οπότε πιστεύω ότι αυτό που βλέπουμε είναι το δύσκολο θέμα των ορίων και πως θα τα θέσουμε με ασφάλεια σε συνεργασία πάντα και με τα παιδιά μας γιατί τα όρια δεν είναι επιβολή. Είναι συζήτηση, έκφραση απόψεων, είναι συμμετοχή και από τις δύο πλευρές. Εκεί πέρα υπάρχει αυτή η δυσκολία».

Υπενθυμίζεται πως οι γραμμές του «Χαμόγελου του Παιδιού»: Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056, Ευρωπαϊκή Γραμμή για τα Εξαφανισμένα Παιδιά 116000 και Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111, λειτουργούν και είναι διαθέσιμες για γονείς, εκπαιδευτικούς και για τα ίδια τα παιδιά. Ο Οργανισμός βρίσκεται καθημερινά στα σχολεία κάνοντας παρεμβάσεις, μιλώντας με τα παιδιά και εκπονώντας σεμινάρια για τους εκπαιδευτικούς με σκοπό την πλαισίωση και θωράκισή τους. Και επιπλέον, ο Οργανισμός πραγματοποιεί σχολές γονέων και κηδεμόνων τόσο δια ζώσης, στους χώρους των σχολείων, όσο και διαδικτυακά. Για όλα τα παραπάνω μπορεί κανείς να ενημερωθεί στην ιστοσελίδα: https://www.hamogelo.gr/

Το πρωτότυπο άρθρο https://rethnea.gr/i-dynami-tis-ypostirixis-ton-paidion-enantia-ston-scholiko-ekfovismo/ ανήκει στο Ρέθυμνο – RethNea.gr .