Μια ξεχωριστή Ελληνίδα τραγουδίστρια θα εμφανίστεί αυτό το Σάββατο, στο Federation Square της Μελβούρνης.
Πρόκειται για την Σtella (Στέλλα Χρονοπούλου) τραγουδίστρια, συνθέτρια, μουσικό και ζωγράφο.
Στο πλαίσιο του Open Air at the Square, ένα μοναδικό και δωρεάν μουσικό δρώμενο θα μεταμορφώσει την κεντρική πλατεία της πόλης σε σημείο συνάντησης πολιτισμών, ήχων και ανθρώπων στις 28 Φεβρουαρίου, από τις 6.00 έως τις 9.30 το βράδυ.
Στη σκηνή θα ανέβουν τρεις καλλιτέχνες διεθνούς κύρους από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις. Ο θρυλικός François K, πρωτοπόρος της house μουσικής και μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της παγκόσμιας dance σκηνής, φέρνει μαζί του δεκαετίες εμπειρίας.
Γεννημένος στη Γαλλία, με ιστορικές εμφανίσεις στα εμβληματικά Paradise Garage και Studio 54, ο François K εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική με τον βαθύ, πολυεπίπεδο και ατμοσφαιρικό του ήχο.
Ακολουθεί η Σtella, η οποία έχει διαγράψει εντυπωσιακή διεθνή πορεία, συνδυάζοντας ελληνική pop ευαισθησία, vintage synthesizers και κινηματογραφική αφήγηση. Το άλμπουμ Up and Away απέσπασε εξαιρετικές κριτικές και την καθιέρωσε ως μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής σκηνής.
Το πρόγραμμα ολοκληρώνει η Ganavya, τραγουδίστρια, συνθέτρια και πολυοργανίστρια με ρίζες στη Νέα Υόρκη και την Καλιφόρνια. Με σπουδές στην ινδική κλασική μουσική και την τζαζ, υφαίνει έναν ήχο που γεφυρώνει το αρχαίο με το σύγχρονο. Η Wall Street Journal την έχει χαρακτηρίσει «μία από τις πιο συναρπαστικές φωνές της σύγχρονης μουσικής».
Για μία μόνο νύχτα, η καρδιά της Μελβούρνης θα μετατραπεί σε ζωντανό σταυροδρόμι πολιτισμών, επιβεβαιώνοντας ότι η μουσική παραμένει η πιο άμεση παγκόσμια γλώσσα.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣTELLA
Η Σtella (Στέλλα Χρονοπούλου) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ξεκινώντας παράλληλα να γράφει μουσική.
Από το 2010 ανέπτυξε μια πολυδιάστατη δισκογραφική πορεία, γεμάτη συνεργασίες, περιοδείες και δημιουργικές μεταμορφώσεις. Έγινε ευρύτερα γνωστή το 2014 με το πρώτο επίσημο single της, «Picking Words», που κυκλοφόρησε από την Inner Ear και εξελίχθηκε σε ανεξάρτητο ραδιοφωνικό και συναυλιακό hit, με έντονη παρουσία στα ελληνικά ραδιόφωνα.
Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει τέσσερις προσωπικούς δίσκους, με τον πιο πρόσφατο να εκδίδεται από τη θρυλική Sub Pop στις ΗΠΑ. Το πρώτο single, «Charmed», σημείωσε αμέσως εκατομμύρια streams στο Spotify.
Με αγγλόφωνο στίχο και έναν ήχο διαμορφωμένο από ποικίλες επιρροές, η μουσική της Σtella ξεπερνά σύνορα. Έχει καταφέρει όχι μόνο να διαγράψει διεθνή πορεία, αλλά και να πραγματοποιήσει sold-out εμφανίσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας τη θέση της στη σύγχρονη παγκόσμια μουσική σκηνή.
Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης που παραχώρησε η ίδια σε συνέντευξή της στο Marie Claire :
Πέρα από το προφανές πλεονέκτημα του αγγλόφωνου στίχου, ότι απευθύνεται σε διεθνές κοινό, πώς έχει λειτουργήσει η ερμηνεία μιας γλώσσας που δεν είναι η μητρική σας; Και γιατί αποφασίσατε για πρώτη φορά να έχετε δύο τραγούδια με ελληνικό στίχο;
«Τα Αγγλικά είναι μια γλώσσα πολύ οικεία για μένα – αφού έτυχε και τα έμαθα από πολύ μικρή ηλικία. Η μητρική μου γλώσσα είναι μεν τα Ελληνικά, αλλά μεγαλώνοντας μου έβγαινε πιο φυσικά να τραγουδάω στα Αγγλικά. Ίσως επειδή στα Αγγλικά ήταν τα περισσότερα τραγούδια που άκουγα από το δημοτικό και στην εφηβεία. Τα νιώθω πιο απλά, πιο εύκολα. Το ότι σε αυτό το άλμπουμ τραγούδησα για πρώτη φορά στα ελληνικά θα έλεγα πως ήταν μάλλον ένα ευχάριστο ατύχημα».
«Στα Αγγλικά ήταν τα περισσότερα τραγούδια που άκουγα από το δημοτικό και στην εφηβεία. Τα νιώθω πιο απλά, πιο εύκολα. Το ότι σε αυτό το άλμπουμ τραγούδησα για πρώτη φορά στα ελληνικά θα έλεγα πως ήταν μάλλον ένα ευχάριστο ατύχημα».
Ποιες ελληνικές επιρροές έχετε ενσωματώσει, συνειδητά τουλάχιστον, στη μουσική σας μέσα στα χρόνια; Και ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η εγχώρια μουσική παράδοση στη διεθνή σκηνή χωρίς να γίνει γραφική, φολκλόρ;
«Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια άρχισα να ανακαλύπτω ελληνικά κομμάτια των περασμένων δεκαετιών που μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Κάποια από αυτά τα γνώριζα ήδη από τους γονείς και τον παππού μου, αλλά τώρα τα άκουσα πραγματικά. Καλλιτέχνες όπως οι Τζένη Βάνου, Λίτσα Σακελλαρίου, Βούλα Γεωργούτη, Μιχάλης Χιώτης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μάρκος Βαμβακάρης. Νιώθω πως αυτά τα τραγούδια είναι ένα αστείρευτο πηγάδι έμπνευσης για μένα, τα τελευταία χρόνια έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στον τρόπο που σκέφτομαι όταν φτιάχνω μουσική.
Νομίζω πως το κλειδί ώστε να μη γίνεται η μουσική μας παράδοση γραφική είναι να προσπαθείς να την ενσωματώσεις σε αυτό που κάνεις όχι ως αντιγραφή αλλά ως κάτι που επισκέπτεσαι ξανά μέσα από το δικό σου πρίσμα».
Αν το «Adagio» ( η τελευταία της δουλειά) είναι «ένας διαλογισμός», αισθάνεστε ότι γενικά σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο τη μουσική ως κατευναστική δύναμη; Ή ο χαρακτήρας του άλμπουμ υπαγορεύτηκε από μια καθαρά προσωπική επιθυμία;
«Ξεκίνησε, θα έλεγα, ως προσωπική επιθυμία. Άρχισα να το γράφω στις αρχές του 2020, οπότε έγινε μια παύση σε όλα, θέλοντας και μη. Στην αρχή με τρόμαξε, αλλά πολύ γρήγορα τη δέχτηκα στωικά και άρχισα να περνάω όμορφα μέσα σε αυτήν. Είχα περισσότερο χρόνο για εμένα, περισσότερο χρόνο στο στούντιο. Ο κόσμος που ζούμε είναι πολύ τρελός, και η μουσική που ακούμε μπορεί να μας ηρεμήσει από όλη αυτή την τρέλα, αν το επιθυμούμε».
Η εικόνα ποιον ρόλο θέλετε να παίζει στον τρόπο που βιώνουμε τη μουσική σας, δεδομένου μάλιστα ότι τα μουσικά βίντεό σας λειτουργούν σαν ταινίες μικρού μήκους;
«Όταν σκέφτομαι ένα βίντεο για κομμάτι μου, η εικόνα συνήθως μου έρχεται φυσικά. Δεδομένου πως ξέρω τι θέλω να μεταφέρω στον ακροατή όταν ακούει ένα τραγούδι, είναι πολύ εύκολο να σκεφτώ πώς αυτό θα μεταφραζόταν σε εικόνα. Είναι κάτι που απολαμβάνω πολύ να κάνω, και όταν πετυχαίνει νιώθω πως μουσική και εικόνα γίνονται ένα».
Στη δημιουργία των τραγουδιών σας, έρχεται πρώτα ο στίχος ή η μουσική;
«Θα έλεγα πως δεν υπάρχει ακριβώς κάποια φόρμουλα. Κάθε φορά διαφέρει, αλλά συνήθως πρέπει να κρατάω μια κιθάρα ή να παίζω πιάνο και να μου έρθει μια μελωδία».
Πώς έγινε, μεγαλώνοντας, η μετάβασή σας από τις σπουδές καλών τεχνών στη μουσική και, κατόπιν, το άνοιγμά σας σε μια διεθνή καλλιτεχνική διαδρομή; Έχετε καταφέρει τελικά σήμερα να βιοπορίζεστε από τη μουσική σας;
«Η σχολή Καλών Τεχνών ήταν μάλλον η μόνη όπου μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου τελειώνοντας το Λύκειο. Εκεί πέρασα πέντε πολύ ωραία χρόνια, έμαθα πολλά, γνώρισα καλούς φίλους και στη συνέχεια άρχισα να δουλεύω για ένα διάστημα σε περιοδικά. Μετά ήρθε η κρίση, στις αρχές του 2010, έκλεισαν όλα, και τότε άρχισα να παίζω περισσότερο μουσική και να τραγουδάω. Για αρκετά χρόνια δεν μπορούσα να βιοποριστώ από τη μουσική και ήταν δύσκολο. Αλλά δεν τα παράτησα, ήξερα πως όλο αυτό κάπου θα πήγαινε, είχα πίστη. Από τη στιγμή που άρχισα να συνεργάζομαι δισκογραφικά με εταιρείες στο εξωτερικό, να παίζω περισσότερο έξω, είδα σιγά σιγά φως στο βάθος του τούνελ και σήμερα μπορώ να πω πως πλέον βιοπορίζομαι από την μουσική μου!».
Οι γονείς σας εργάστηκαν για χρόνια ως γιατροί στη Λιβύη. Τι σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή την εμπειρία ώστε να αποφασίσετε να την τιμήσετε με το τραγούδι «Libya» και το ομώνυμο φωτογραφικό λεύκωμα;
«Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες από τα χρόνια που οι γονείς μου έζησαν και εργάστηκαν στην Λιβύη. Κάθε τόσο μαζευόμασταν όλη η οικογένεια και προβάλλαμε στον τοίχο τα slides που είχε τραβήξει ο πατέρας μου όταν ζούσαν στην όαση Μπρακ. Τα ίδια slides υπάρχουν στο φωτογραφικό λεύκωμα (Dolce Publications). Όταν έφυγε ο πατέρας μου, το 2017, αποφάσισα να μαζέψω όλες αυτές τις φωτογραφίες και να τις βάλω σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Το τραγούδι το είχα γράψει όσο οι γονείς μου ήταν εν ζωή και τους το είχα αφιερώσει».
«Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες από τα χρόνια που οι γονείς μου έζησαν και εργάστηκαν στην Λιβύη. Κάθε τόσο μαζευόμασταν όλη η οικογένεια και προβάλλαμε στον τοίχο τα slides που είχε τραβήξει ο πατέρας μου όταν ζούσαν στην όαση Μπρακ».
Με αφορμή το λειτούργημα των γονιών σας, ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η μουσική σε έναν καλύτερο κόσμο;
«Η μουσική, και οι τέχνες γενικότερα, εργάζονται για έναν καλύτερο κόσμο. Θα πρέπει να στηρίζονται και να είναι τοπ προτεραιότητα κάθε χώρας/ κυβέρνησης που θέλει να λέγεται πολιτισμένη».


