Ο Γιώργος Γεράρδος, ο ιδρυτής της Πλαίσιο, άφησε το στίγμα του στην ελληνική επιχειρηματικότητα και τεχνολογία. Ξεκίνησε τη διαδρομή του το 1969, με δανεικά 80.000 δραχμές από φίλους και συγγενείς, ανοίγοντας ένα μαγαζάκι μόλις 12 τετραγωνικών μέτρων
Όταν ξεκίνησε, ούτε είχε τελειώσει τις σπουδές του, ούτε είχε ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Το 1976, κατά τη διάρκεια της θητείας του στο ΚΨΜ στον Έβρο, διοικούσε την επιχείρηση από απόσταση, στέκοντας ώρες σε ουρές για ένα τηλεφώνημα, δίνοντας οδηγίες στο προσωπικό. Παρά τη δυσκολία, δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται με πάθος και πειθαρχία.
Με την εμφάνιση της πληροφορικής, ο Γεράρδος ήταν μπροστά από την εποχή του. Από τα calculators πέρασε στους Spectrum και Commodore, και στη συνέχεια στους IBM PC. Εκεί γεννήθηκε και το Turbo-X, το πρώτο ελληνικό PC που επιβίωσε στον χρόνο. Πάνω από 1,5 εκατομμύριο υπολογιστές πωλήθηκαν μέσα σε τρεις δεκαετίες. Όπως έλεγε με περηφάνια, «Πρακτικά, είναι το μόνο brand name Η/Υ της δεκαετίας του ’80 που έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα».
Η Πλαίσιο δεν παρέμεινε απλώς κατάστημα. Μετατράπηκε σε όμιλο τεχνολογίας με αποθήκες, logistics, συναρμολόγηση, service και call centers, όλα εντός επιχείρησης, καθώς ο Γεράρδος δεν πίστευε στο outsourcing. Αντιμετώπισε τρία κύματα σκληρού ανταγωνισμού: τα 55 μαγαζιά της δεκαετίας του ’80, την επέλαση των «φιλόδοξων» του Χρηματιστηρίου στα ’90s, και τις ξένες πολυεθνικές των 2000s. Οι περισσότεροι ήρθαν και έφυγαν, εκείνος έμεινε.
Η Πλαίσιο πέρασε και από δύο καταστροφικές φωτιές, το 1985 και το 2008, καταστρέφοντας ολοσχερώς το ιστορικό κατάστημα. Ο Γεράρδος το ξανάχτισε από την αρχή, όπως είχε μάθει: να μην τα παρατάει ποτέ. Επίσης, κατάφερε να περάσει την κρίση, τα capital controls και την πτώση της κατανάλωσης χωρίς να κλείσει ούτε ένα κατάστημα, ούτε να απολύσει εργαζομένους. «Συνεχίζουμε να δίνουμε μισθούς του 2008», έλεγε, παραμένοντας πιστός στις αρχές του.
Όταν η Πλαίσιο μπήκε στο Χρηματιστήριο το 1999, άντλησε μόλις 1,3 εκατ. ευρώ, μοίρασε δεκάδες εκατομμύρια σε μερίσματα και επέλεξε να αναπτυχθεί οργανικά, χωρίς εξαγορές. Ακόμη και μετά τα 70 του χρόνια, συνέχιζε να επισκέπτεται αποθήκες, να μιλάει με υπαλλήλους και να ελέγχει οικονομικά στοιχεία. Ψηλός, επιβλητικός αλλά γήινος, θεωρούσε την Πλαίσιο οικογένειά του, και στο τέλος παρέδωσε τα ηνία στον γιο του, Κώστα, κρατώντας τον ρόλο του μέντορα.
Ο Γεράρδος δεν σταμάτησε ποτέ να σκέφτεται το μέλλον της εταιρείας. Σχεδίαζε την είσοδο στις λευκές συσκευές, νέο μεγάλο κατάστημα και επενδύσεις εκατομμυρίων σε logistics και υποδομές. Όπως έλεγε: «Μπορεί να πέσω, αλλά θα ξανασηκωθώ». Η φιλοσοφία του αυτή διαπέρασε ολόκληρη την Πλαίσιο και καθόρισε τη σχέση με τους εργαζόμενους και τους πελάτες.
Η διαδρομή του Γιώργου Γεράρδου θυμίζει το ελληνικό όνειρο της τεχνολογίας: από ένα μικρό μαγαζάκι στη Στουρνάρη μέχρι δεκάδες καταστήματα, από λογαριθμικούς κανόνες μέχρι e-shops και experience stores. Το όραμά του και η προσήλωσή του στην καινοτομία, την ποιότητα και την ηθική επιχειρηματικότητα τον καθιστούν μια από τις πιο σημαντικές μορφές στην ιστορία της ελληνικής αγοράς τεχνολογίας.
Ο Γεράρδος απέδειξε ότι το πάθος, η γνώση του προϊόντος και η σωστή εξυπηρέτηση του πελάτη μπορούν να δημιουργήσουν μια μικρή αρχή που εξελίσσεται σε αυτοκρατορία. Η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή, όχι μόνο στα προϊόντα και την τεχνολογία που διαμόρφωσε, αλλά και στον τρόπο που διαχειρίστηκε ανθρώπους, κρίσεις και ευκαιρίες, πάντα με όραμα και πίστη στην ελληνική επιχειρηματικότητα.


