Το 2025 ξεκινά με αλλαγές που δεν θα περάσουν απαρατήρητες στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Παρότι δεν πρόκειται για αύξηση στην τιμή της κιλοβατώρας από τους προμηθευτές, οι καταναλωτές –νοικοκυριά και επιχειρήσεις– θα δουν υψηλότερες χρεώσεις λόγω του κόστους χρήσης του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για μια απόφαση με ξεκάθαρο οικονομικό αποτύπωμα, η οποία επηρεάζει το σύνολο της αγοράς.
Η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων ενέκρινε για το 2025 το απαιτούμενο έσοδο του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας σε επίπεδα που αγγίζουν τα 411 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό δεν είναι τυχαίο. Αντιπροσωπεύει το σύνολο των χρημάτων που χρειάζεται ο Διαχειριστής για να διατηρεί σε λειτουργία, να συντηρεί και να επεκτείνει το δίκτυο υψηλής τάσης, δηλαδή τις βασικές «λεωφόρους» από τις οποίες περνά το ρεύμα πριν φτάσει στα σπίτια και τις επιχειρήσεις.
Τι είναι οι χρεώσεις χρήσης συστήματος και γιατί αυξάνονται
Οι χρεώσεις χρήσης συστήματος αφορούν το κόστος αξιοποίησης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσα από αυτές καλύπτονται οι επενδύσεις σε νέες γραμμές, η συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών, αλλά και τα λειτουργικά έξοδα ενός συστήματος που πρέπει να λειτουργεί αδιάλειπτα, με υψηλά επίπεδα αξιοπιστίας.
Για το 2025, κρίθηκε ότι το συνολικό ποσό που πρέπει να ανακτηθεί από τους χρήστες του συστήματος ανέρχεται στα 411 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα στη διάρκεια του έτους, το ποσό αυτό θα μετακυλιστεί στους λογαριασμούς ρεύματος μέσω των σχετικών χρεώσεων, ανεξαρτήτως προμηθευτή.
Το «αγκάθι» των 170 εκατ. ευρώ
Μέχρι τα μέσα του 2025 είχε ήδη εισπραχθεί σημαντικό μέρος του απαιτούμενου εσόδου. Ωστόσο, παρέμενε ένα «κενό» άνω των 170 εκατ. ευρώ, το οποίο έπρεπε να καλυφθεί μέχρι το τέλος του έτους. Το πώς θα γινόταν αυτή η ανάκτηση αποτέλεσε κρίσιμο σημείο διαβούλευσης.
Ο Διαχειριστής παρουσίασε στη Ρυθμιστική Αρχή διαφορετικά σενάρια. Κάποια από αυτά προέβλεπαν επιθετική και γρήγορη είσπραξη του υπολοίπου, μέσα σε λίγους μήνες. Το αποτέλεσμα, όμως, θα ήταν σοκαριστικό: απότομες αυξήσεις στους λογαριασμούς, με μέσους όρους που θα ξεπερνούσαν το 45% και σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών θα έφταναν ακόμη ψηλότερα.
Η επιλογή του «ήπιου» σεναρίου
Μπροστά στον κίνδυνο μιας τέτοιας επιβάρυνσης, η Ρυθμιστική Αρχή επέλεξε τη λύση της χρονικής εξομάλυνσης. Αντί για άμεση ανάκτηση, αποφασίστηκε το υπόλοιπο ποσό να κατανεμηθεί σε ολόκληρο το έτος. Με αυτόν τον τρόπο, οι αυξήσεις δεν εξαφανίζονται, αλλά περιορίζονται σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η μέση αύξηση στις χρεώσεις χρήσης συστήματος διαμορφώνεται κοντά στο 15%. Ωστόσο, αυτός ο αριθμός είναι ενδεικτικός και δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την εικόνα για όλους τους καταναλωτές.
Ποιοι θα νιώσουν περισσότερο την αύξηση
Η επίπτωση δεν είναι ομοιόμορφη. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι καταναλωτές υψηλής και μέσης τάσης επιβαρύνονται κυρίως μέσω της χρέωσης ισχύος. Πρόκειται για ένα σταθερό κόστος που συνδέεται με τη μέγιστη ηλεκτρική ισχύ που έχουν δεσμεύσει, ανεξάρτητα από το πόσο ρεύμα καταναλώνουν τελικά.
Αντίθετα, τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τάσης –ιδιαίτερα όσοι δεν διαθέτουν συστήματα τηλεμέτρησης– θα δουν την αύξηση να περνά κυρίως στην τιμή ανά κιλοβατώρα. Με απλά λόγια, κάθε μονάδα κατανάλωσης θα κοστίζει λίγο περισσότερο, ακόμη κι αν η συνολική κατανάλωση παραμένει στα ίδια επίπεδα.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τον καταναλωτή
Για τον μέσο πολίτη, η αύξηση μπορεί να μη φαίνεται εντυπωσιακή σε απόλυτους αριθμούς, αλλά προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο ενεργειακό περιβάλλον. Σε συνδυασμό με άλλες ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τις διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας, το τελικό ποσό του λογαριασμού γίνεται πιο δύσκολο να προβλεφθεί.
Το βέβαιο είναι ότι το 2025 θα είναι μια χρονιά όπου οι «αόρατες» χρεώσεις του συστήματος θα βρεθούν στο προσκήνιο. Και μπορεί η Ρυθμιστική Αρχή να απέφυγε το σοκ μιας απότομης αύξησης, όμως ο λογαριασμός των 411 εκατ. ευρώ θα πληρωθεί – απλώς πιο αργά και πιο διακριτικά.


