Τύχη αγαθή. Στα ράφια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης-συνήθειά μου να περιδιαβαίνω στους διαδρόμους, όπου αραδιασμένα βιβλία δεξιά και αριστερά μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον οι τίτλοι στη ράχη τους -βρήκα το βιβλίο του Βασίλη Φόρη:
«Μι τς προυσκόπ’…».«Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη ΧΑΝΘ, τιμητικά, Β. Δ. Φόρης».Η δωρεά του βιβλίου καταχωρήθηκε με αριθμό 489.37 ΦΟΡ.
ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΠΡΟΣΚΟΥΠΟΣ ΑΔΟΥΚΙΕΤΙΜι τς προυσκόπ’…«τα μι πάρν; δεν τα μι πάρν;»
-όχ’ φαντάρουν· δεν ήμαν τόσου τρανός (έντικα χρουνού ήμαν-μαρτύρσα κι ’ν ηλικία μ’), -ήταν να μι πάρν (ή να μη μι πάρν) οι προυσκόπ’ σην κατασκήνουσ’.
Δεν ήμαν ακόμα γραμμένους κι ήταν ψίχα «κρίσιμου» αν ιπιτρέπουνταν κάτ’ τέτοιου.
Μ’ ήλιγαν- μακαρίτς ου Μήτσιους ου Τζέλιους, απ’ τς τρανοί τς Αρχηγοί, απού ’ταν κι φίλους μας -τα μισουλαβούσιν να σιβώ κι ιγώ «τς προυσκουλλήσϊους»…
Ον’ τηλ’ μέρα, κι απ’ λέτι, πχιαλτόν ικεί στα γραφεία να μάθου -αγουνίις, κακό.
Τέλους, του βράδ’ ήρθιν του καλό του μαντάτου: τα μας έπιρναν-ιμένα κι του Γιώρ’ τς Σανούκους (αυτόν απού γίνγκιν αργότιρα άσους στ’ μπάλα κι προυπουνητής, του «πλί», ρα…).
Ου, χαρές ιμείς, τι λουής!
Τοιμασίις οι μάνις μας — μαν είχαμι κι τίπουτας «βαλίτσις» να πάρουμι: ένα δυο βρακιά, καμιά φανέλα (θέλου να πω: κάνα φανέλου, μαλλίτ’κου κιόλαντς, κι ας έβραζιν ου τόπους), ψουμουτύρ’, δυο αβγά κι καμιά δυο κιφτέδις για του δρόμου -κι όξου απού ’ν πόρτα.
Ι, πού να τα κοιτάξουμι ιμείς αυτά, ρα; Ιμείς ουνειρεύουμάσταν τ’ ζουή σην κατασκήνουσ’…
*Γεώργιος Θ. Τζέλλος
