Η φράση που ακουγόταν επί δεκαετίες, κυρίως στα σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας, δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. «Διάβαζε, γιατί θα σε στείλω στο Τσοτύλι». Το Οικοτροφείο Αρρένων του Τσοτυλίου ήταν συνώνυμο της απομάκρυνσης από το σπίτι και της σπαρτιατικής πειθαρχίας. Για τα παιδιά όμως που μεγάλωναν στα χωριά του Βοΐου τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, η ίδια φράση δεν ηχούσε ως απειλή αλλά ως προοπτική. Το ίδιο οικοτροφείο που αναμόρφωνε τα «δύσκολα» παιδιά αστικών περιοχών άνοιγε τους ορίζοντες στα φτωχόπαιδα των ορεινών κοινοτήτων προς έναν άγνωστο κόσμο, μεγαλύτερο από τα χωράφια, την κτηνοτροφία και τους χωμάτινους δρόμους.
ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το φαγητό εκτός από μέσο σύνδεσης με τις οικογένειές τους λειτούργησε ως κρίκος σύνδεσης και με τους συμμαθητές τους που προέρχονταν από άλλα μέρη της Ελλάδας. Ο κύριος Τζούλης ακόμα θυμάται τον ίδιο με τους συγχωριανούς του να κάθονται τις πρώτες μέρες στην τραπεζαρία και να κοιτάνε με γνήσια απορία μια παρέα παιδιών από τη Θεσσαλονίκη που είχε ένα σωληνάριο το οποίο πίεζαν και έβγαζε μια κόκκινη σάλτσα. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι είναι, μέχρι που ήρθε ένας επιμελητής από τα μέρη μας και μας διαφώτισε. «Μη ζηλεύετε, τσαλιασμένη ντομάτα είναι», μας είπε. «Μόλις γνωριστήκαμε μοιραζόμασταν ό,τι είχε ο καθένας, από κάθε μεριά της Ελλάδας».
Ο ίδιος επιμελητής που τους διαφώτισε εκείνη τη μέρα, στην τραπεζαρία, διαδραμάτισε σωτήριο ρόλο και σε μια από τις καθημερινές επιθεωρήσεις του κοιτώνα. Ο επιβλέπων καθηγητής καλούνταν να χτυπήσει με βέργα ένα ένα τα κρεβάτια των μαθητών, χωρίς να βγάλουν καθόλου σκόνη. «Επειδή δυκολευόμασταν να το πετύχουμε, μια μέρα ένας συμμαθητής είχε τη φαεινή ιδέα να ψεκάσουμε με λίγο νερό τα κρεβάτια μας. Ελα όμως που στο δικό του το κρεβάτι τού ξέφυγε παραπάνω νερό, με αποτέλεσμα να κάνει μούσκεμα τον καθηγητή με τη βέργα. Ευτυχώς, ο επιμελητής παρενέβη και τον έπεισε να μη μας τιμωρήσει λόγω της ευρηματικότητάς μας…».
ΜΝΗΜΕΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ
Με το πέρασμα του χρόνου, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1970, οι κοινωνικές αλλαγές άρχισαν να επηρεάζουν και τον ρόλο του οικοτροφείου. Η μαζική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα και το εξωτερικό καθώς και η βελτίωση των οδικών δικτύων σήμαινε ότι λιγότερα παιδιά παρέμεναν στα χωριά – άρα λιγότεροι μαθητές χρειάζονταν να πάνε εσώκλειστοι στο Τσοτύλι. Σταδιακά, το μαθητικό δυναμικό μειώθηκε και η λειτουργία του οικοτροφείου άρχισε να συρρικνώνεται.
Ωστόσο, για τους αποφοίτους οι μνήμες παραμένουν μέχρι και σήμερα ζωντανές. Ο κύριος Τζούλης δεν αποφοίτησε, καθώς η οικογένειά του αντιμετώπιζε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Πήγε μαζί τους προκειμένου να δουλεύει τα πρωινά και συνέχισε τις σπουδές του σε νυχτερινό σχολείο. Ωστόσο, όπως διηγείται, «η καρδιά μου παρέμεινε στο οικοτροφείο. Οποτε βρισκόμαστε με τους συμμαθητές δεν αφήνουμε ούτε ένα δευτερόλεπτο να πάει χαμένο, προσπαθούμε να ρουφήξουμε όλον τον χρόνο και τις αναμνήσεις μας. Ε, κάποιες φορές μπορεί να βουρκώνουμε κιόλας…».
Πηγή: kathimerini.gr
