Ένας στους πέντε ενεργούς φοιτητές του Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποια μορφή ειδικής εκπαιδευτικής ανάγκης, η οποία απαιτεί στοχευμένη υποστήριξη προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί απρόσκοπτα στις σπουδές του και να τις ολοκληρώσει. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ το θεσμοθετημένο 5% των φοιτητών που εντάσσονται μέσω ειδικής κατηγορίας χωρίς εξετάσεις λόγω σοβαρών παθήσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό αφορά κυρίως περιπτώσεις όπως μαθησιακές δυσκολίες –ενδεικτικά δυσλεξία και ΔΕΠΥ– που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της αναπηρίας.
Αντιλαμβανόμενο το εύρος του ζητήματος και επιδιώκοντας να διασφαλίσει συνθήκες ισότιμης συμμετοχής για όλους τους φοιτητές, το πανεπιστήμιο προχώρησε στην υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου πλέγματος έξι βασικών παρεμβάσεων. Οι δράσεις αυτές εντάσσονται στη λειτουργία της Μονάδας Ισότιμης Πρόσβασης για άτομα με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η οποία αναβαθμίστηκε ώστε να καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων.
«Η έννοια της ισότιμης πρόσβασης δεν αφορά ούτε σε συγκεκριμένα πράγματα, ούτε μόνο σε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη. Με αυτήν την παραδοχή σχεδιάσαμε και υλοποιούμε μία ολιστική προσέγγιση για την αντιμετώπιση κάθε δυσκολίας που μπορεί να αντιμετωπίζουν οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρύτανης του ΑΠΘ, καθ. Κυριάκος Αναστασιάδης, εξηγώντας ότι για τον λόγο αυτό «διευρύναμε το φάσμα υποστήριξης που παρέχεται από τη Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης, εντάσσοντας πλέον και φοιτητές με νευροαναπτυξιακές δυσκολίες, που στο παρελθόν δεν υποστηρίζονταν συστηματικά».
Η διεύρυνση αυτή αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία χρήσης των υπηρεσιών. Οι αιτήσεις προς τη Μονάδα κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 228%, γεγονός που υποδηλώνει τόσο την ύπαρξη ανεκπλήρωτων αναγκών όσο και τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των φοιτητών προς τις παρεχόμενες δομές. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι ωφελούμενοι παρουσιάζουν ποικίλες ανάγκες: 24% σχετίζονται με κινητική αναπηρία, 20% με αισθητηριακές δυσκολίες (όραση και ακοή), 18% με διαταραχές αυτιστικού φάσματος, 10% με ΔΕΠΥ, 12% με μαθησιακές δυσκολίες και 16% με χρόνιες παθήσεις.
Οι παρεμβάσεις υλοποιούνται μέσω του προγράμματος ΕΣΠΑ «Κεντρική Μακεδονία 2021-2027», στο πλαίσιο της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Η χρηματοδότηση επέτρεψε την ουσιαστική ενίσχυση της Μονάδας, κυρίως σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, καλύπτοντας κρίσιμα κενά που υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τον αντιπρύτανη Διεθνών Σχέσεων, Εξωστρέφειας, Διά Βίου Μάθησης και Φοιτητικής Μέριμνας, καθ. Ιάκωβο Μιχαηλίδη από τα 39 άτομα διοικητικό και ειδικό προσωπικό που προβλέπεται να προσληφθεί μέσω του προγράμματος ΕΣΠΑ, έχουν ήδη προσληφθεί και έχουν έλθει στο Αριστοτέλειο 35 και εντός ολίγων ημερών θα ολοκληρωθεί η διαδικασία πρόσληψης και των τεσσάρων υπολοίπων.
«Σύμφωνα με τον νόμο 5% των εισακτέων είναι φοιτητές από ειδική κατηγορία. Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε η Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης φαίνεται ότι από αυτό το 5% μόνο ένα 3% των δικαιούχων έκανε χρήση των υπηρεσιών της, ενώ υπήρχε και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από την υπόλοιπη κοινότητα που ενώ αντιμετώπιζε δυσκολίες δεν είχε πρόσβαση στις υπηρεσίες της Μονάδας, εφόσον δεν ανήκε στο 5%. Άρα, λοιπόν, το πρόβλημα που η Μονάδα καλείται να διαχειριστεί είναι πολύ μεγαλύτερο από κάποιες χιλιάδες παιδιών που υπολογίζονται στο 5% των εγγεγραμμένων -εμείς το υπολογίζουμε σε ένα μίνιμουμ 20% του ενεργού φοιτητικού πληθυσμού», εξήγησε ο κ. Μιχαηλίδης, στο πλαίσιο πρόσφατης ενημέρωσης για τις νέες παροχές της Μονάδας Πρόσβασης.
«Αποστολή της Μονάδας είναι να ανιχνεύσει αυτές τις ομάδες φοιτητών που δεν είναι τόσο ορατές και αντιμετωπίζουν κυρίως μαθησιακές δυσκολίες αλλά και νευροδιαταραχές που είναι καταστάσεις που αποτελούν τροχοπέδη στην εκπαιδευτική διαδικασία. Πριν την επίσημη έναρξη λειτουργίας της αναβαθμισμένης Μονάδας, το 55% όσων προσέτρεχαν στην υπηρεσία αυτή ήταν παιδιά με κινητική αναπηρία, ενώ το υπόλοιπο 45% είχε κυρίως προβλήματα όρασης και ακοής. Αυτό άλλαξε άρδην τρεις μήνες μετά την έλευση στο ΑΠΘ εξειδικευμένου προσωπικού. Τα παιδιά που έχουν έλθει στη Μονάδα αναζητώντας βοήθεια είναι πολύ περισσότερα», είπε ο κ. Μιχαηλίδης.
Ως προς τον τρόπο διάχυσης της πληροφόρησης για τις υπηρεσίες που παρέχει η Μονάδα, ο αντιπρύτανης διευκρίνισε ότι «δε θα έλθουν τα τμήματα σε εμάς, εμείς θα πάμε στα τμήματα μέσω του εξειδικευμένου προσωπικού και με τα προγράμματα που εφαρμόζουμε, τις ενημερώσεις των διοικητικών, των μελών ΔΕΠ και των φοιτητών θα εξηγήσουμε ότι αυτή η Μονάδα μπορεί να βρει μία λύση στο πρόβλημά τους».
Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει έξι βασικούς άξονες παρέμβασης. Πρώτον, ενισχύεται η διοικητική υποστήριξη για ζητήματα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα φοιτητές με αναπηρία ή ειδικές ανάγκες, ενώ παράλληλα δίνεται έμφαση στην άρση εμποδίων και στην καλλιέργεια κουλτούρας συμπερίληψης στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Δεύτερον, αναπτύσσονται εξατομικευμένες τεχνολογικές λύσεις και υποδομές προσβασιμότητας, με στόχο τη διευκόλυνση της καθημερινής ακαδημαϊκής συμμετοχής.
Τρίτον, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκπαίδευση προσωπικού και εθελοντών, ώστε να μπορούν να υποστηρίζουν αποτελεσματικά τους φοιτητές τόσο στη διάρκεια των μαθημάτων όσο και στις εξεταστικές διαδικασίες. Τέταρτον, εξασφαλίζεται συνεχής διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ακοής, καλύπτοντας εκπαιδευτικές και διοικητικές ανάγκες.
Παράλληλα, προβλέπεται η μεταφορά φοιτητών με αναπηρία προς και από το πανεπιστήμιο, καθώς και η συνοδεία τους εντός της πανεπιστημιούπολης, διευκολύνοντας την καθημερινή τους μετακίνηση. Τέλος, η Βιβλιοθήκη και το Κέντρο Πληροφόρησης ενισχύουν τις υπηρεσίες τους, προσφέροντας προσβάσιμο εκπαιδευτικό υλικό και εξειδικευμένες τεχνολογικές λύσεις για φοιτητές με εντυποαναπηρία.
Σημαντικό σκέλος της συνολικής στρατηγικής αποτελεί και η ενίσχυση της ψυχολογικής υποστήριξης. Το Κέντρο Ψυχολογικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης του πανεπιστημίου αναβαθμίζεται, με στόχο να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αναγκών, από άγχος και δυσκολίες προσαρμογής έως προσωπικά και οικογενειακά ζητήματα.
«Είναι ένα ζωντανό βοήθημα προς τους φοιτητές. Κανένας φοιτητής και φοιτήτρια δεν θέλουμε να αισθάνεται μόνος και μόνη στο πανεπιστήμιο. Στο τέλος του έτους θέλουμε να έχουμε θέσει σε λειτουργία 24ωρη γραμμή υποστήριξης, που σήμερα παρέχεται σε δύο βάρδιες», δήλωσε ο κ. Αναστασιάδης.
Το Κέντρο λειτουργεί σήμερα με δύο ψυχολόγους πλήρους απασχόλησης και πέντε μεταπτυχιακές φοιτήτριες Κλινικής Ψυχολογίας, ενώ καθημερινά δέχεται από ένα έως τρία τηλεφωνικά αιτήματα. Στο προσεχές διάστημα προβλέπεται περαιτέρω ενίσχυση με νέο εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να διευρυνθεί η δυναμικότητα των υπηρεσιών.
«Το Κέντρο Ψυχολογικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης είναι η δομή στην οποία θα πρέπει να εστιάσουμε ακόμη περισσότερο το επόμενο διάστημα. Είναι η μονάδα που έχει -και πρέπει να έχει- τη μεγαλύτερη διάδραση με το φοιτητικό κοινό», σημείωσε ο κ. Μιχαηλίδης, προσθέτοντας ότι «στόχος μας είναι -το έχουμε πετύχει μέχρι τώρα κατά το ήμισυ, καθώς η τηλεφωνική ανταπόκριση λειτουργεί σε πρωινή και απογευματινή βάρδια- μέχρι τα Χριστούγεννα, να έχουμε τη δυνατότητα της λειτουργίας 24ωρης τηλεφωνικής γραμμής που θα είναι η πρώτη επαφή των ειδικών ψυχολόγων του ΑΠΘ με μέλη της φοιτητικής κοινότητας, που αντιμετωπίζουν πολλά και συχνά απρόβλεπτα προβλήματα».


