Του Γιάννη Κρεστενίτη
Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην όλη διαδικασία αναζήτησης του απαραίτητου αμμώδους υλικού για τις ανάγκες της επέκτασης του 6ου προβλήτα, ενώ π.χ. λαμβάνεται υπόψη ποσότητα αδρανών (μικρή μεν) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις εκσκαφές για το Flyover της Εσωτερικής Περιφερειακής, δεν γίνεται καμία αναφορά στο υλικό που θα προκύψει από την βυθοκόρηση για τη δημιουργία του διαύλου προσέγγισης και περιοχής ελιγμών πλοίων στο λιμένα Θεσσαλονίκης. Με βάση προγενέστερη μελέτη και σχετική αδειοδότηση (ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/3139/190/25-01-2023), από τις βυθοκορήσεις για την κατασκευή του διαύλου θα προκύψουν 1,15 εκατ. κ.μ. αδρανών υλικών που χαρακτηρίζονται ως υγιή», ενώ εκτιμάται ότι θα υπάρξουν και «μη υγιή» βυθοκορήματα όγκου 295.054 κ.μ. Τα «υγιή» βυθοκορήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες της επέκτασης του 6ου προβλήτα. Αυτή δεν η χρήση τους θα έχει ως αποτέλεσμα: (α) ο όγκος των υλικών που χρειάζεται να ληφθούν από τη θαλάσσια περιοχή του Ακρωτηρίου Επανομής να είναι μικρότερος και άρα και η περιοχή απόληψης μικρότερη και οι τυχόν περιβαλλοντικές επιπτώσεις μειωμένες, και (β) δεν θα χρειάζεται να γίνει η μεταφορά και η απόρριψη των «υγειών» βυθοκορημάτων του διαύλου σε περιοχή με βάθος μεγαλύτερο των 50 μέτρων που βρίσκεται (με βάση τη μελέτη του διαύλου) στον Εξωτερικό Θερμαϊκό Κόλπο, οπότε δεν θα υπάρχουν και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη μεταφορά και απόρριψη των υλικών αυτών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ΤΕΠΕΜ δεν τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, αφού δεν υπάρχει η σχετική υποχρέωση όταν επιλέγεται αυτή η κατηγορία μελετών. Παρόλα αυτά ξενίζει το γεγονός ότι επιλέχθηκε να ζητηθεί η γνωμοδότηση μόνον από τρείς (3) υπηρεσίες, ενώ σίγουρα θα μπορούσε και έπρεπε να ζητηθεί και από άλλες υπηρεσίες και φορείς, όπως είναι ο ΟΦΥΠΕΚΑ, η Μητροπολιτική Ενότητα Θεσσαλονίκης κ.α., που σίγουρα έχουν (ή πρέπει να έχουν) λόγο για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τέτοιων έργων και διεργασιών που βρίσκονται εντός ή γειτνιάζουν με την περιοχή ευθύνη τους.
Από τα παραπάνω δημιουργείται το βασικό ερώτημα: γιατί έχει επιλεγεί ως διαδικασία για την περιβαλλοντική τεκμηρίωση της νέας θέσης απόληψης του αμμώδους υλικού που απαιτείται για την επέκταση του 6ου προβλήτα η σύνταξη Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ) και όχι η σύνταξη μιας πλήρους Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που και περισσότερα στοιχεία απαιτεί, αλλά και είναι υποχρεωτικό να ακολουθήσει και τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης και της απαίτησης/δυνατότητας εισήγησης και από όλους τους αρμόδιους φορείς;
Είναι προφανές ότι η σπουδαιότητα του έργου και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του στην προστατευόμενη παράκτια (χερσαία και θαλάσσια) περιοχή του Ακρωτηρίου Επανομή, απαιτούν την εκπόνηση πλήρους Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και την συνακόλουθη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης και της έγκρισης από τους συναρμόδιους φορείς τόσο της Κεντρικής Διοίκησης όσο και της Αυτοδιοίκησης, Περιφερειακής και Δημοτικής.
*Ο Γιάννης Ν. Κρεστενίτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, ΑΠΘ


