Έντονες αντιδράσεις και σοβαρά ερωτήματα προκαλεί το σχέδιο για την επιβολή ενός νέου ενιαίου δημοτικού τέλους στα ακίνητα, το οποίο –σύμφωνα με τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών– κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν άτυπο «δεύτερο ΕΝΦΙΑ». Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι οι αλλαγές που δρομολογούνται μέσω του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα επιβαρύνουν δυσανάλογα την ακίνητη περιουσία, με συνέπειες που ενδέχεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα επώδυνες για νοικοκυριά και μικροϊδιοκτήτες.
Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται η κατάργηση δύο υφιστάμενων δημοτικών επιβαρύνσεων –του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και του φόρου ηλεκτροδοτούμενων χώρων– και η αντικατάστασή τους από ένα νέο, ενιαίο «Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης». Το τέλος αυτό θα επιβάλλεται σε όλα τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων των δήμων, ανεξαρτήτως χρήσης ή κατάστασης. Όπως επισημαίνεται από την ΠΟΜΙΔΑ, ο τρόπος υπολογισμού του νέου τέλους αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι σημερινές επιβαρύνσεις όχι απλώς να αυξηθούν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις να διπλασιαστούν ή ακόμη και να τριπλασιαστούν.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος του νέου τέλους, αλλά επεκτείνεται και στη φιλοσοφία που το συνοδεύει. Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του σχεδίου είναι η κατάργηση απαλλαγών που ίσχυαν εδώ και χρόνια για κενά ή μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα. Με το νέο πλαίσιο, ιδιοκτήτες που δεν αποκομίζουν κανένα απολύτως έσοδο από την περιουσία τους –είτε επειδή το ακίνητο παραμένει ξενοίκιαστο, είτε επειδή είναι παλαιό και ακατάλληλο προς χρήση– θα κληθούν να πληρώσουν δημοτικά τέλη σαν να επρόκειτο για ενεργά και αξιοποιούμενα ακίνητα.
Σύμφωνα με την ομοσπονδία, αυτή η προσέγγιση αγνοεί πλήρως την πραγματική οικονομική δυνατότητα των ιδιοκτητών και μετατρέπει την κατοχή ακινήτου σε μόνιμη πηγή οικονομικής αιμορραγίας. «Δεν μπορεί η τοπική αυτοδιοίκηση να αντιμετωπίζει την ακίνητη περιουσία ως ανεξάντλητο φορολογικό απόθεμα», υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά, με έμφαση στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ιδιοκτητών δεν ανήκει σε υψηλά εισοδηματικά στρώματα.
Παράλληλα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αυστηροποίηση των μηχανισμών είσπραξης οφειλών προς τους δήμους. Το νέο πλαίσιο φέρεται να δίνει τη δυνατότητα στις δημοτικές αρχές να διεκδικούν αναδρομικά χρέη που εκτείνονται σε μεγάλο βάθος χρόνου, δημιουργώντας τον κίνδυνο συσσώρευσης υπέρογκων ποσών για πολίτες που ενδεχομένως αγνοούσαν ή αδυνατούσαν να καλύψουν παλαιότερες υποχρεώσεις. Για πολλούς ιδιοκτήτες, αυτό μεταφράζεται σε έναν μόνιμο φόβο κατασχέσεων ή δεσμεύσεων, ακόμη και για ακίνητα χαμηλής αξίας.
Η ΠΟΜΙΔΑ επισημαίνει ότι η μετακύλιση πρόσθετων φορολογικών βαρών στην ακίνητη περιουσία αποτελεί μια εύκολη αλλά κοινωνικά άδικη λύση. Όπως τονίζει, οι ιδιοκτήτες έχουν ήδη επωμιστεί επί σειρά ετών σημαντικές επιβαρύνσεις μέσω κρατικών φόρων, ενώ οι αποδόσεις των ακινήτων –ιδίως μετά από περιόδους κρίσης, πανδημίας και πληθωρισμού– παραμένουν περιορισμένες. Σε αυτό το περιβάλλον, ένας νέος δημοτικός φόρος λειτουργεί σωρευτικά και επιβαρυντικά, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αντοχές της κοινωνίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της χρηματοδότησης των δήμων. Η ομοσπονδία ξεκαθαρίζει ότι δεν αντιτίθεται στη σταθερή οικονομική ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, αμφισβητεί όμως τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να επιτευχθεί. Κατά την άποψή της, η βιωσιμότητα των δήμων δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε μια μόνιμη και έμμεση φορολόγηση της ιδιωτικής περιουσίας, αλλά σε θεσμικά κατοχυρωμένους πόρους και δίκαιες κατανομές από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Εφόσον το σχέδιο προχωρήσει χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης αναμένεται –σύμφωνα με τις προβλέψεις– να τεθεί σε ισχύ από το 2027. Η προοπτική αυτή ήδη πυροδοτεί έναν νέο κύκλο δημόσιας συζήτησης και αντιδράσεων, με επίκεντρο όχι μόνο το ύψος των δημοτικών εσόδων, αλλά και τον ρόλο των δήμων, τα όρια της φορολόγησης και το κατά πόσο η ακίνητη περιουσία μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί τον εύκολο στόχο κάθε νέας οικονομικής ρύθμισης.


