Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν για τους Έλληνες του Πόντου μια ημέρα απόλυτου πένθους, βαθιάς κατάνυξης και αυστηρής τήρησης των εθίμων – όπως άλλωστε σε κάθε τόπο όπου χτυπούσε η ελληνική καρδιά.
* Οι στίχοι που διέσωσε ο Ξενοφών Άκογλου:Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν οι άνομοι Εβραίοι,
Οι άνομοι παράνομοι (ή και τα σκυλιά) κ’ οι τρισκαταραμένοι,
Για να σταυρώσουν τον Χριστόν τον πάντων βασιλέα.Να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Την προσευχήν της έκανε για τον μονογενή της.
Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες,
Και τον υιόν σου πιάσανε και στου χαλκιά τον πάνε,
[ή και στα σφαγεία τον πάνε.]
Βάλτε τα δυο στα χέρια του και τα άλλα δυο στα πόδια,
Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο,
Και τρία μυροδόσταμνα για να ’ρθ’ ο λογισμος της.
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πά’ να πέσει
Ζητεί κρημνό να κρημνισθεί για τον μονογενή της.
Τήρα και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.Μην είδες τον υιόκα μου τον πολυαγαπημένο;
[ή και σε τον διδάσκαλον σου.]Δεν έχω χέρι κάλαμο για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν τον παραπονεμένον,
Όπου φορεί στην κεφαλήν ακάνθιμον στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γιόκας μου κ’ εμέ ο διδάσκαλος μου.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο ΠΟΝΤΟΣ – pontosnews.gr .

