Η φορολογική πίεση αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικότερους πονοκεφάλους για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου η ρευστότητα είναι περιορισμένη και τα λειτουργικά κόστη αυξάνονται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει σοβαρά δύο σημαντικές παρεμβάσεις που, αν τελικά εφαρμοστούν, αναμένεται να αλλάξουν αισθητά την εικόνα για χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρηματίες.
Οι αλλαγές επικεντρώνονται σε δύο βασικούς άξονες: την προκαταβολή φόρου εισοδήματος και την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος. Πρόκειται για δύο μέτρα που επηρεάζουν άμεσα τις χρηματοροές των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, τη δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται στις καθημερινές τους υποχρεώσεις.
Η προκαταβολή φόρου, που εδώ και χρόνια αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φορολογικές επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις, καθορίζεται με βάση το στάδιο ανάπτυξης και το φορολογικό ιστορικό κάθε εταιρείας. Μέχρι σήμερα, οι νέες επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλουν προκαταβολή ίση με το 55% του φόρου που προκύπτει, ενώ επιχειρήσεις με μεγαλύτερη παρουσία στην αγορά επιβαρύνονται με ποσοστό 80%. Για πολλές άλλες εταιρικές μορφές, η προκαταβολή φτάνει ακόμη και στο 100%, πράγμα που σημαίνει ότι πληρώνουν εκ των προτέρων φόρο για την επόμενη χρονιά.
Αυτό δημιουργεί συχνά έντονη πίεση στα ταμεία, ειδικά όταν τα κέρδη μιας χρονιάς δεν επαναλαμβάνονται την επόμενη. Πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται έτσι να πληρώνουν φόρο για έσοδα που τελικά δεν θα αποκτήσουν, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα επενδύσεων ή ακόμη και τη βασική λειτουργία τους.
Η προοπτική μείωσης της προκαταβολής φόρου αντιμετωπίζεται ως ένα βήμα που μπορεί να απελευθερώσει κεφάλαια μέσα στη χρήση, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να κατευθύνουν πόρους σε ανάπτυξη, εξοπλισμό ή μισθοδοσία αντί να τους δεσμεύουν φορολογικά.
Το δεύτερο μέτρο που βρίσκεται στο τραπέζι αφορά το τέλος επιτηδεύματος, ένα πάγιο ποσό που καταβάλλεται κάθε χρόνο ανεξάρτητα από το αν μια επιχείρηση είχε κέρδη ή ζημίες. Για χιλιάδες επαγγελματίες, αυτό το τέλος λειτουργούσε ως σταθερό βάρος, ακόμα και σε χρονιές όπου ο τζίρος ήταν μειωμένος.
Οι ατομικές επιχειρήσεις πλήρωναν ετησίως 240 ευρώ, ενώ για εταιρείες το ποσό μπορούσε να φτάσει από 800 έως και 1.000 ευρώ, ανάλογα με τη νομική μορφή. Ακόμη και ειδικές κατηγορίες, όπως αγροτικές δραστηριότητες, επιβαρύνονταν με μικρότερο αλλά υπαρκτό τέλος.
Η κατάργηση αυτής της χρέωσης αφαιρεί ένα σταθερό έξοδο που δεν σχετιζόταν με την πραγματική οικονομική δυνατότητα της επιχείρησης. Ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις, το ποσό αυτό συχνά αντιστοιχούσε σε ένα σημαντικό ποσοστό των ετήσιων κερδών τους.
Όταν συνδυάζονται οι δύο παρεμβάσεις, το συνολικό όφελος μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να ξεπεράσει τα 200 ευρώ ετησίως, ενώ για μεγαλύτερες επιχειρήσεις το όφελος μπορεί να αποτυπωθεί ακόμη πιο έντονα, καθώς μειώνεται το ποσό που δεσμεύεται εκ των προτέρων στο Δημόσιο.
Για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, αυτή η αλλαγή μεταφράζεται κυρίως σε βελτίωση της καθημερινής ρευστότητας. Περισσότερα χρήματα παραμένουν διαθέσιμα για λειτουργικά έξοδα, επενδύσεις ή κάλυψη έκτακτων αναγκών. Για μεγαλύτερα σχήματα, το κέρδος αποτυπώνεται κυρίως στη συνολική φορολογική επιβάρυνση.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι απόλυτα θετική για όλους. Στην αγορά εκφράζονται επιφυλάξεις, καθώς το μεγαλύτερο όφελος το αποκομίζουν όσες επιχειρήσεις εμφανίζουν κερδοφορία και διατηρούν φορολογική συνέπεια. Αντίθετα, επιχειρήσεις που βρίσκονται οριακά ή αντιμετωπίζουν ήδη συσσωρευμένες οφειλές συνεχίζουν να πιέζονται, καθώς οι υποχρεώσεις του παρελθόντος παραμένουν.
Παράλληλα, ορισμένοι επαγγελματικοί φορείς επισημαίνουν ότι η πραγματική πρόκληση παραμένει η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται μακροπρόθεσμη προβλεψιμότητα για να σχεδιάσουν επενδύσεις και ανάπτυξη, όχι μόνο μεμονωμένες ελαφρύνσεις.
Παρόλα αυτά, η κατεύθυνση των παρεμβάσεων θεωρείται θετική, καθώς στοχεύει στη μείωση άμεσων επιβαρύνσεων και στη διευκόλυνση της οικονομικής λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η βελτίωση της ρευστότητας αποτελεί βασικό ζητούμενο σε μια αγορά που εξακολουθεί να προσπαθεί να σταθεροποιηθεί.
Εφόσον οι αλλαγές προχωρήσουν, πολλές επιχειρήσεις θα δουν άμεση διαφορά στον φορολογικό τους λογαριασμό, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει ως μικρή αλλά ουσιαστική ώθηση για τη συνέχεια. Το ζητούμενο πλέον είναι αν τα μέτρα θα συνοδευτούν και από ευρύτερες πρωτοβουλίες που θα στηρίξουν ουσιαστικά την επιχειρηματικότητα τα επόμενα χρόνια.


