Ο Δήμος Κομοτηνής, ως επικεφαλής εταίρος του ευρωπαϊκού έργου URBACT IV – CALL (Accessible Cities for All), φιλοξένησε την εναρκτήρια συνάντηση του Δικτύου στις 28 Ιανουαρίου 2026, στην Τσανάκλειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.
Στην ομιλία του ανέφερε χαρακτηριστικά:
“Η Κομοτηνή εδώ και πολλά χρόνια μπορεί δικαίως να υπερηφανεύεται ότι έχει κάνει σημαντικά βήματα ώστε να καταστεί μια πραγματικά προσβάσιμη για όλους πόλη. Μια πόλη όπου οι κάτοικοι και οι επισκέπτες μπορούν να κινηθούν χωρίς εμπόδια, ιδιαίτερα στο ιστορικό και εμπορικό της κέντρο.
Αυτή η προσπάθεια δεν ήταν τυχαία ούτε αποσπασματική. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού και συστηματικής συνεργασίας του Δήμου Κομοτηνής με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Στόχος ήταν και παραμένει όλα τα δημόσια κτίρια, οι χώροι πολιτισμού, άθλησης, αναψυχής και ψυχαγωγίας να είναι προσβάσιμοι σε όλους, χωρίς διακρίσεις.
Από την πλευρά της επιχειρηματικότητας, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι οι τοπικές επιχειρήσεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται την προσβασιμότητα όχι ως κόστος, αλλά ως επένδυση. Καφέ, εστιατόρια, ξενοδοχεία και εμπορικά καταστήματα είδαν στην πράξη ότι –πέραν του αισθήματος της κοινωνικής ευθύνης– μόνο να κερδίσουν είχαν, κάνοντας τους χώρους τους φιλικούς προς άτομα με αναπηρία.
Κέρδισαν σε κοινωνική εικόνα, σε αξιοπιστία, αλλά και σε πραγματικούς πελάτες. Γιατί η προσβασιμότητα δεν αφορά μόνο τα άτομα με αναπηρία. Αφορά ηλικιωμένους, οικογένειες με παιδιά, ανθρώπους με προσωρινά κινητικά προβλήματα. Αφορά τελικά όλους μας, σε κάποια στιγμή της ζωής μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Κομοτηνή έλαβε ειδική μνεία στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Προσβάσιμων Πόλεων – το Access City Award 2021 – ως «η πόλη που αντιμετώπισε την προσβασιμότητα σαν ευκαιρία». Πρόκειται για μια διάκριση που δεν είναι μόνο συμβολική, αλλά αναγνωρίζει μια πραγματική αλλαγή νοοτροπίας.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα από άλλες περιοχές της Ελλάδας επέλεξαν να μετακομίσουν στην Κομοτηνή, ακριβώς λόγω των καλύτερων συνθηκών ζωής που προσφέρει.
Και ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι το παράδειγμα της Κομοτηνής φαίνεται να λειτουργεί ως πρότυπο και για άλλες πόλεις. Άνθρωποι που έζησαν εδώ, επιστρέφουν στις πόλεις τους πιο διεκδικητικοί, πιο ευαισθητοποιημένοι, προσπαθώντας να αλλάξουν και το δικό τους περιβάλλον.
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω κάτι ουσιαστικό. Όσο σημαντικές κι αν είναι οι υποδομές, το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι η παιδεία. Η κουλτούρα σεβασμού στην καθημερινότητά μας. Γιατί καμία ράμπα και καμία τεχνική παρέμβαση δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από σεβασμό στον άνθρωπο και στις ανάγκες του. Εκεί πρέπει να συνεχίσουμε να δίνουμε έμφαση, ξεκινώντας από τις μικρές ηλικίες ώστε η έννοια του σεβασμού να γίνει τρόπος ζωής για όλους.
Και αυτό, πιστεύω, είναι το πραγματικό μήνυμα πως η προσβασιμότητα δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή αλλά δείκτης πολιτισμού και βιώσιμης ανάπτυξης”.


