Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Τα κουφάρια της παραλίας και οι ευθύνες που δεν αναλάβαμε. Του Παναγιώτη Φέξη

Μοιραστείτε το:Και καμιά φορά, για να τις δεις καθαρά, πρέπει να μεγαλώσεις.
Να κάνεις πίσω.
Να θυμηθείς.
Και να πεις την αλήθεια όπως είναι — χωρίς φόβο, χωρίς χρώματα, χωρίς δικαιολογίες.Γράφτηκε για να θυμίσει.
Για να μιλήσει για έναν τόπο που αγαπήσαμε, για λάθη που κάναμε όλοι, και για μια ευθύνη που δεν τελειώνει ποτέ.Όπως την κουβαλάω.
Όπως την λέω σήμερα.Μια κουβέντα που την πετούσαμε μπροστά μας σαν πέτρα, για να δικαιολογήσουμε γιατί κάτι όμορφο δεν τολμήσαμε ποτέ να το αγγίξουμε.
Και τώρα, στα γεράματα, όταν περνάω από την παραλία του Κάστρου, βλέπω μπροστά μου δύο κουφάρια.
Δύο πληγές.
Δύο μάρτυρες μιας εποχής που χάθηκε μέσα από τα χέρια μας — όχι από κακία, μα από άγνοια και κακή διαχείριση.Πολιτικοί χρωματισμοί, φωνές, υποσχέσεις.
Πειραματίζονταν σε πράγματα που δεν γνώριζαν.
Και το μόνο που ήξεραν να λένε ήταν για δημοκρατία και δικαιώματα — ποτέ για υποχρεώσεις.
Ποτέ για το βάρος που κουβαλάει ένας τόπος.Καμάρωναν για το εργοστάσιο στην παραλία.
Το διάλεξαν εκεί για να πιάνουν τα καράβια και να φορτώνουν τα βαρέλια με το βαρτζάμι, το δυνατό χρώμα του σταφυλιού που ταξίδευε στην Ευρώπη.
Ήταν περήφανοι.
Και είχαν λόγο.Πέτρα-πέτρα τις έχτιζαν, για να κρατήσουν το χώμα, να κρατήσουν τα κλήματα πάνω στα βράχια.
Και ο Φιλίππας Πανάγος, με το άγαλμά του στον Άγιο Μηνά, στεκόταν σαν σύμβολο μιας εποχής που πίστευε στην προκοπή.Ήταν μια εποχή που ο τόπος είχε παλμό.
Είχε ζωή.Και μαζί της μια αλλαγή που δεν την καταλάβαμε τότε.
Το ΤΑΟΛ άρχισε να χτίζει και να γκρεμίζει.
Πρώτο έφυγε το εργοστάσιο του Βότρυς.
Στη θέση του υψώθηκε το ΞΕΝΙΑ.Το θυμάμαι να λάμπει.
Και το θυμάμαι να σβήνει.
Όταν γύρισε πίσω στον συνεταιρισμό, κανείς δεν είχε τη δύναμη να το κρατήσει.
Και έτσι ρήμαξε.
Όχι από μια μεγάλη απόφαση — από πολλές μικρές παραλείψεις.
Από φωνές που φώναζαν χωρίς να προτείνουν.
Από φόβο.
Από αδράνεια.
Κι έτσι, σιγά σιγά, το ΞΕΝΙΑ έμεινε να παλεύει μόνο του με τον χρόνο — ώσπου στο τέλος δόθηκε σε επιχειρηματία και σώθηκε.Γκρεμίσατε τα παλιά γραφεία στον Άγιο Χαράλαμπο και χτίσατε το μεγάλο κτήριο του συνεταιρισμού.
Το ισόγειο ενοικιάστηκε, οι όροφοι το Λιμεναρχείο και το Επιμελητήριο.
Και εσείς κρατήσατε ένα κομμάτι για σούπερ μάρκετ.
Προσπαθήσατε.
Αποτύχατε.
Αλλά τουλάχιστον δώσατε μεροκάματα.
Και αυτό, πίστεψέ με, μετράει.Άλλη μια προσπάθεια.
Άλλη μια αποτυχία.
Και η τράπεζα… η τράπεζα άρχισε να παίρνει πίσω ό,τι είχατε χτίσει.Οι δεξαμενές άχρηστες.
Τα αμπέλια ξεριζωμένα.
Οι αγρότες με τις αποζημιώσεις στο χέρι.
Το οινοποιείο σταματημένο.
Το κτήριο εγκαταλελειμμένο — ένα ακόμη φάντασμα.Τα βουνά πουλήθηκαν.
Οι αγρότες έγιναν επιχειρηματίες.
Ο κάμπος της Βασιλικής δεν παράγει πια.
Ο τουρισμός σκέπασε τον πρωτογενή τομέα σαν κύμα που δεν γυρίζει πίσω.
Οι λιθιές γκρεμίστηκαν, το χώμα χάθηκε, τα αμπέλια έγιναν ανάμνηση.Τον πήραν ιδιωτικές επιχειρήσεις — και καλά κάνουν, αφού μπορούν.
Και το Ταμείο Ασφάλισης Οινοπαραγωγών Λευκάδας;
Έμεινε μόνο με μια σφραγίδα.
Μια σφραγίδα χωρίς σώμα.
Όπως και τα κουφάρια στην παραλία.Το κουφάρι βγάζει τις τελευταίες του πνοές, βαριά λαβωμένο, και ψάχνει για βοήθεια.
Θέλει να ζήσει.
Κάθε φορά που γίνεται μια προσπάθεια, ακούγονται φωνές που θυμούνται τη λέξη «δικό μας» και αρνούνται τη σωτηρία του.
Επικαλούνται το παρελθόν λες και είναι το σήμερα, λες και θα χάσουμε κάτι που εσείς οι ίδιοι αφήσατε να σαπίσει.
Και λέτε πως έρχεται ένας κακός άνθρωπος να σας το πάρει, άσχετα αν εσείς το έχετε απαξιώσει χρόνια τώρα.Και δεν το δίνετε.
Όχι γιατί το θέλετε.
Αλλά γιατί μάθατε να αγαπάτε την κατάντια του.
Μάθατε να ζείτε με αυτήν.
Μάθατε να την υπερασπίζεστε, λες και είναι κληρονομιά.Ποτέ δεν ήμουν.
Αλλά έμαθα και κάτι άλλο στη ζωή μου:
αν δεν μπορείς εσύ να σώσεις κάτι, άσ’ το να το κάνει κάποιος άλλος που μπορεί.Ντροπή είναι να το βλέπεις να πεθαίνει και να λες «είναι δικό μου».
Ντροπή είναι να το κρατάς φυλακισμένο στην εγκατάλειψη, μόνο και μόνο για να μην παραδεχτείς πως απέτυχες να το φροντίσεις.Οι παρατάξεις.
Οι ίδιες φωνές που χρόνια τώρα στήνουν τα πόδια και φωνάζουν:
«Όχι στο ξεπούλημα της περιουσίας μας».Αυτής που αφήσαμε να σαπίσει;
Αυτής που δεν προστατέψαμε;
Αυτής που θυμόμαστε μόνο όταν πάει κάποιος να τη σώσει;Εύκολο να λες «όχι».
Το δύσκολο είναι να αναλάβεις ευθύνη.
Το δύσκολο είναι να πεις:
«Δεν μπορώ άλλο. Ας το κάνει κάποιος που μπορεί».Δεν το κρατάς δεμένο στο παρελθόν επειδή φοβάσαι το αύριο.
Το αφήνεις να ζήσει.
Ακόμη κι αν χρειαστεί να το δώσεις σε χέρια που δεν είναι τα δικά σου.Είναι ευθύνη.είναι πως ο τόπος μοιάζει με άνθρωπο·
θυμάται ποιος τον φρόντισε
και ποιος τον ξέχασε.Μόνο ένα βλέμμα καθαρό,
μια πράξη τίμια,
μια αγάπη που δεν φοβάται να παραδεχτεί τα λάθη της.Ό,τι μπορεί να σωθεί, ας σωθεί.
Κι ό,τι αγαπήσαμε,
ας το αγαπήσουμε ξανά —
αυτή τη φορά όπως του αξίζει.

Φέξης

Πηγή φωτο: Lefkadabeaches

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lefkadatoday.gr/ta-koyfaria-tis-paralias-kai-oi-eythynes-poy-den-analavame-toy-panagioti-fexi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ta-koyfaria-tis-paralias-kai-oi-eythynes-poy-den-analavame-toy-panagioti-fexi ανήκει στο Lefkada Today .