Σε υψηλούς τόνους συζητήθηκε χθες εκτός ημερήσιας διάταξης στο Δημοτικό Συμβούλιο Ρεθύμνου το ζήτημα της μη ανανέωσης της σύμβασης εργασίας της κοινωνικής λειτουργού που εργάζονταν στο Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών. Πρόκειται για την υπάλληλο η ποια είχε καταθέσει εξώδικο εις βάρος της Κοινωνικής Υπηρεσίας του δήμου το περασμένο καλοκαίρι. καταγγέλλοντας εργασιακό εκφοβισμό, ηθική, ψυχολογική και εργασιακή πίεση.
Στη διάρκεια της χθεσινής συνεδρίασης τέθηκε το θέμα από την παράταξη της μείζονος αντιπολίτευσης ενώ αντιδράσεις υπήρξαν και από τη Λαϊκή Συσπείρωση.
Παρών στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν και ο πρόεδρος του περιφερειακού τμήματος Κρήτης του Συνδέσμου Κοινωνικών λειτουργών Ελλάδας, προκειμένου να εκφράσει δημόσια την διαμαρτυρία του Συνδέσμου σχετικά με την μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας της υπαλλήλου. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων, ο Γιώργος Σαμπροβαλάκης, το ζήτημα της μη ανανέωσης είναι θέμα που έχει προβληματίσει ιδιαίτερα και μοιάζει όπως είπε να έχει εκδικητικό χαρακτήρα. «Ζητάμε να παρθεί πίσω αυτή η διοικητική απόλυση, γιατί περί αυτού πρόκειται, να ανανεωθεί μέχρι αύριο (σήμερα) η σύμβασή της αυτόματα, όπως όλων των υπολοίπων συνάδελφων, γιατί μοιάζει και είναι διακριτική μεταχείριση, όταν όλοι ανανεώνονται, ο ένας να μην ανανεώνεται». Ο κ. Σαμπροβαλάκης τόνισε ότι ο Σύνδεσμος απέστειλε στις 24/7 επιστολή στον δήμο σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στην Κοινωνική υπηρεσία, η οποία δεν έλαβε ποτέ απάντηση. «Έχουμε έννομο συμφέρον να υπερασπιζόμαστε τα μέλη μας, το γράφει και το ΦΕΚ λειτουργίας του συνδέσμου, οπότε νομοτελειακά θα έπρεπε να υπερασπιστούμε το μέλος μας, αφού έχουμε ερευνήσει και για πολλά χρόνια λαμβάνουμε οχλήσεις από τα μέλη μας για την κατάσταση στην κοινωνική υπηρεσία» είπε.
Η απάντηση του δημάρχου, Γιώργου Μαρινάκη, στα λεγόμενα του κ. Σαμπροβαλάκη ήταν μεταξύ άλλων ότι δεν πρόκειται να επιβραβεύσει μία συμπεριφορά που στέλνει κακό μήνυμα, αυτό της διαπόμπευσης του δήμου προς πάσα κατεύθυνση, καθώς και ότι ο δήμος δεν εκδικείται, αλλά προστατεύεται. «Αν υπήρχε η δυνατότητα πειθαρχικής διαδικασίας θα την είχα εγείρει και θα είχε μία ποινή Α,Β,Γ. Αυτό απαγορεύεται από την νομοθεσία. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται μη ανανέωση ή καταγγελία. Καταγγελία δεν ήθελα να κάνω».
Σημειώνεται ότι η υπόθεση της καταγγελίας έχει ακολουθήσει τη νομική οδό.
Η Ειρήνη Κουτσαλεδάκη επικεφαλής της Μείζονος αντιπολίτευσης, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Εκτός από την κ. Α.Χ υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι στο κέντρο συμβουλευτικής που έχουν φύγει. Δεν είναι μόνο μία, είναι πολλοί άνθρωποι που έχουν φύγει και αυτό πρέπει να μας προβληματίζει». Με τη σειρά του, ο Μανούσος Μανουσογιάννης, επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης σημείωσε: «Τα σωματεία των εργαζομένων δεν έχουν αρμοδιότητα να επιλύουν τα θέματα της διοίκησης, έχουν αρμοδιότητα να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων». Μάλιστα, όπως ανέφερε, ο κ. Μανουσογιάννης χθες το ΔΣ της ΑΔΕΔΥ έβγαλε ομόφωνα από όλες τις παρατάξεις καταγγελτική απόφαση για τον δήμο σχετικά με αυτό το περιστατικό, κάτι το οποίο χαρακτήρισε πρωτοφανές από τον δήμο να ακολουθείται αυτή η τακτική.
«Τον δήμο αυτόν που εσείς υποτίθεται εκπροσωπείτε τον διαπομπεύσανε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, πανελλήνιας και τοπικής εμβέλειας, αυτό σας είναι αδιάφορο» σχολίασε ο δήμαρχος απευθυνόμενος στους συναδέλφους της αντιπολίτευσης.
Σε όλα τα παραπάνω, η αντιδήμαρχος Κοινωνικής Πολιτικής Άννα Γκίκα Ελευθεριάδου απάντησε μεταξύ άλλων: «Ουδείς ήρθε να ρωτήσει ούτε την υπηρεσία, ούτε εμένα, που έχω την πολιτική ευθύνη της διαχείρισης αυτής της Διεύθυνσης, αν όσα καταγγέλλει η κ Α. Χ. αληθεύουν. Άρα λοιπόν μονομερώς βγήκαν συμπεράσματα, χωρίς κανείς να ακούσει την άλλη άποψη», ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε ότι δεν είναι δική της ευθύνη η ανανέωση ή μη ανανέωση της σύμβασης ενός υπαλλήλου, αλλά του δημάρχου. Επιπλέον, η κ. Γκίκα τόνισε: «Μέσα σε αυτόν τον χρόνο, ο διασυρμός που έχει υποστεί το Κέντρο Συμβουλευτικής Γυναικών από τις ανακρίβειες που διαδίδει η κ. Χγια το Κέντρο είναι τόσο μεγάλος, που πραγματικά ένα τέτοιο κέντρο τόσο πολύτιμο, που το έχει ανάγκη η πόλη, δεν μπορούμε να το βάζουμε σε κίνδυνο λειτουργίας, – πρώτον με την έννοια ότι θα πάψουν οι γυναίκες να το εμπιστεύονται, – που για μένα ο ρόλος μου είναι να διασφαλίσω ότι ο δημότης που έχει παραπάνω κοινωνικές ανάγκες θα βρει μία βοήθεια» και τέλος κατέληξε: «Η κ. Χ. δεν έχει προσκομίσει ποτέ ένα αποδεικτικό για όσα λέει. Υπάρχει εδώ μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα που στηρίζεται μόνο σε κουτσομπολιά».
Η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Κοινωνικής Υπηρεσίας Ιωάννα Υπερηφάνου ανέφερε μεταξύ άλλων: «Τόσο καιρό γίνεται αυτή η επίθεση και στην υπηρεσία μου και στο πρόσωπό μου. Ούτε η κ. Κουτσαλεδάκη, ούτε ο κ. Μανουσογιάννης ούτε από τον σύλλογο και τον σύνδεσμο ήρθε κανείς να δει τι γίνεται σε αυτήν την Διεύθυνση. Το mobbing το δεχτήκαμε εμείς. Έχω κάνει γραπτή εισήγηση για τους λόγους που δεν πρέπει η κ. Χ να εργάζεται στο Κέντρο Συμβουλευτικής. Μας κατηγορεί ότι είμαστε παράνομοι. Διασύρει το Κέντρο και όλη την Κοινωνική Υπηρεσία, θέλει να της μιλάμε και να της απευθυνόμαστε με email και όχι με τη νομοθεσία. Εγώ δεν μπορώ να δουλέψω με email με 210 άτομα που έχω στην υπηρεσία μου. Κινδυνεύει το κέντρο μου, το κέντρο συμβουλευτικής Ρεθύμνου. Δεν θα το κλείσω επειδή η κυρία έχει μείνει μόνη της με τρία παιδιά». Με τη σειρά της η κ. Κατημερτζόγλου συμπλήρωσε: «Η μη ανανέωση της κ. Χ. έχει να κάνει με ότι έχει διαρραγεί η εμπιστοσύνη της εργαζόμενης με την υπηρεσία και επειδή ακριβώς δουλεύει σε ένα πάρα πολύ ευαίσθητο κομμάτι, γι΄ αυτό τον λόγο το θεωρούμε πολύ σημαντικό».
Η κοινωνική λειτουργός, η οποία ήταν παρούσα στο δημοτικό συμβούλιο πήρε τον λόγο και απάντησε αρχικά για τους λόγους που ζήτησε οι εντολές από τους προϊσταμένους της να δίνονται μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας: «Είναι νόμιμο δικαίωμα του υπαλλήλου να μιλάει μέσω email. Ο λόγος που ζήτησα να μιλάω με email με τους προϊσταμένους μου ήταν γιατί τηλεφωνικά μας έδιναν εντολές. Αργότερα όταν συνέβησαν τα γεγονότα, είχαν καταγγελθεί πράγματα και επειδή φοβόμουν για αυτά που μας ζητούσαν στο τηλέφωνο, είχα ζητήσει να μιλάμε μέσω email, γιατί μόνο έτσι μπορούσα να αποδείξω αυτά που συνέβαιναν. Ήταν εντολή και του δικηγόρου μου». Μάλιστα, όπως ανέφερε σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, τον Σεπτέμβριο προσπάθησε να αποσύρει τη μήνυση ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα με την προϊσταμένη της κ. Υπερήφανου και την κ. Κατημερτζόγλου παρά μόνο με την αντιδήμαρχο. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων: «Δεν τα έκανε χάλια η υπηρεσία. Με την κ. Υπερήφανου και με την κ. Κατημερτζόγλου δεν έχω τίποτα. Τα προβλήματα τα έχω με την κ. Ελευθεριάδου. Έξι χρόνια. Δεν έχω τίποτα με την κ. Υπερήφανου. Εγώ προσπάθησα να αποσύρω τη μήνυση … μου είπαν δεν γίνεται».
Σημειώνεται ότι ως ένδειξη συμπαράστασης στην κοινωνική λειτουργό και διαμαρτυρίας για τη μη ανανέωση της σύμβασής της, η αντιπολίτευση αποχώρησε από την αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου κατά τη συζήτηση θεμάτων κοινωνικής πολιτικής.
