
Νέο κύκλο έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ–Μεξικού πυροδοτούν, σύμφωνα με δημοσίευμα που επικαλείται η εφημερίδα, οι αμερικανικές πιέσεις για εμπλοκή αμερικανικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις κατά εργαστηρίων όπου εκτιμάται ότι παράγεται το εξαιρετικά θανάσιμο συνθετικό οπιοειδές. Όπως μεταφέρεται, η Ουάσιγκτον θέλει αμερικανικά στρατεύματα, είτε μέλη ειδικών δυνάμεων είτε πράκτορες της CIA, να συνοδεύουν μεξικανικές δυνάμεις σε επιδρομές εναντίον τέτοιων στόχων.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο Fox News την περασμένη εβδομάδα ότι «τα καρτέλ κυβερνούν το Μεξικό» και άφησε να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πλήξουν χερσαίους στόχους για να τα καταπολεμήσουν. Στο κείμενο γίνεται επίσης αναφορά ότι ο ρεπουμπλικάνος έχει διατυπώσει παρόμοιες απειλές εναντίον της Βενεζουέλας και της Κολομβίας.
Η μεξικανή πρόεδρος Κλαούδια Σέινμπαουμ επανέλαβε αυτή την εβδομάδα πως αποκλείει επέμβαση του αμερικανικού στρατού στο Μεξικό για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, μετά από «καλή συνομιλία» με τον αμερικανό ομόλογό της. Παράλληλα, έχει απορρίψει επανειλημμένα το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής δράσης στη μεξικανική επικράτεια, δηλώνοντας ωστόσο υπέρ της διμερούς συνεργασίας στο ζήτημα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι αμερικανικές πιέσεις εντάθηκαν μετά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου στο Καράκας, η οποία –όπως αναφέρεται– οδήγησε στην αιχμαλώτιση του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο.
Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο περιβάλλον, το Μεξικό ζήτησε από τις ΗΠΑ εξηγήσεις για τον θάνατο υπηκόου του ενώ βρισκόταν υπό κράτηση από την αστυνομία μετανάστευσης (ICE) στην πολιτεία Τζόρτζια. Το προξενείο του Μεξικού στην Ατλάντα αξίωσε «να εξιχνιαστούν οι συνθήκες των γεγονότων» και προσέφερε συνεργασία στην έρευνα, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση.
Στο κείμενο αναφέρεται ότι τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι πέθαναν ενώ βρίσκονταν στα χέρια της ICE από την αρχή του 2026, πέρα από τους τουλάχιστον τριάντα θανάτους το 2025, που χαρακτηρίζεται ως ο πιο βαρύς απολογισμός από την ίδρυση του ομοσπονδιακού οργάνου το 2004, βάσει επίσημων στατιστικών. Η ICE, όπως σημειώνεται, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας μαζικών συλλήψεων και απελάσεων παράτυπων μεταναστών, που ο Τραμπ έχει αναγορεύσει σε απόλυτη προτεραιότητα.
Η ένταση στις ΗΠΑ κλιμακώθηκε μετά τον θάνατο της 37χρονης Αμερικανίδας Ρενέ Νικόλ Γκουντ, η οποία σκοτώθηκε από πυρά πράκτορα της ICE στη Μινεάπολη στις 7 Ιανουαρίου, γεγονός που –όπως αναφέρεται– οδήγησε σε έντονες αντιδράσεις και διαδηλώσεις στην πόλη της Μινεσότα. Οι εντάσεις επιδεινώθηκαν περαιτέρω την Τετάρτη 14/01, όταν υπήκοος της Βενεζουέλας τραυματίστηκε από πυρά άλλου πράκτορα της ICE. Ο Τραμπ απείλησε την Πέμπτη 15/01 ότι μπορεί να επικαλεστεί τον νόμο περί εξέγερσης για να στείλει τον στρατό στη Μινεάπολη, μετά από επεισόδια στα οποία ενεπλάκησαν δυνάμεις της τάξης και διαδηλωτές.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο μεξικανός υπουργός Εξωτερικών Χουάν Ραμόν ντε λα Φουέντε και ο αμερικανός ομόλογός του Μάρκο Ρούμπιο είχαν τηλεφωνική επικοινωνία για ζητήματα ασφάλειας, με τις δύο κυβερνήσεις να ανακοινώνουν σε κοινή δήλωση ότι «επανέλαβαν τη σημασία της σύμπραξης ΗΠΑ–Μεξικού». Σε ανάρτηση στο X, το Γραφείο Υποθέσεων Δυτικού Ημισφαιρίου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφές πως η «οριακή πρόοδος» στην αντιμετώπιση των προκλήσεων της μεθοριακής ασφάλειας είναι «απαράδεκτη» και ότι οι επικείμενες διμερείς δεσμεύσεις θα απαιτήσουν «συγκεκριμένα, επαληθεύσιμα αποτελέσματα» για τη διάλυση δικτύων «ναρκωτρομοκρατών» και μια «πραγματική μείωση» του λαθρεμπορίου φεντανύλης, ώστε να προστατευθούν κοινότητες και στις δύο πλευρές των συνόρων.
πηγή: Reuters


