Γράφει η Μαρία Μ. ΜόσχουΑριστούχος διδάκτωρ Τμήματος Μουσικών Σπουδών Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Αντιπρόεδρος Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών Μουσικοκριτικός Καθηγήτρια ΜουσικήςΩστόσο το γεγονός αυτό δεν έκαμψε τη δημιουργική ορμή του συνθέτη, απεναντίας αποτέλεσε εφαλτήριο για περαιτέρω προσπάθειες και αυτοκρικτική και που αποκαλύπτει το ψυχικό σθένος του Μπραμς. Συγκεκριμένα έγραφε: «Ίσως αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί. Αναγκάζει να βάλει κανείς σε τάξη τις ιδέες του και δίνει κουράγιο […]». Θεώρηση που θα έπρεπε να εμπνέει κάθε άνθρωπο και ιδιαιτέρως τα νέα παιδιά για να μην απογοητεύονται στο πρώτο εμπόδιο που συναντούν στην όποια πορεία τους. Όπως αποδείχθηκε, με το πέρασμα των ετών, όντως το πρώτο αυτό Κοντσέρτο αναδείχθηκε ως ένα από τα εμβληματικότερα έργα της Ρομαντικής Εποχής.
Το Κοντσέρτο αυτό αποτελείται από τρία μέρη, όπου το πρώτο μέρος γραμμένο στη ρε ελάσσονα φέρει την επίδραση που άσκησε στον ψυχισμό του συνθέτη ο θάνατος του συμβούλου του στη μουσική Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856). Αντίστοιχα και το πιάνο εμφανίζει μια λυπηρή θρηνητική διάθεση, όπου στο δεύτερο ιδίως θέμα παρουσιάζει μια «προσευχητική» διάθεση αποτυπώνοντας -σύμφωνα με τον ίδιο τον Μπραμς- την ψυχική διάθεση της συζύγου του εκλιπόντος συνθέτη Κλάρας Σούμαν.
Αντιθέτως, το τρίτο μέρος του Κοντσέρτου του Μπραμς, εμφορείται αρχικά από ένταση και μπρίο τόσο από την ορχήστρα όσο και από το πιάνο, με την εμφάνιση αντιθετικών επεισοδίων στην πορεία, για να καταλήξει σε ένα θριαμβευτικό φινάλε σε ρε μείζονα.
Πρόκειται για ένα έργο απαιτήσεων, τόσο από την ορχήστρα όσο και από τον σολίστα , καθώς μεταξύ άλλων προσπαθεί να περιγράψει ψυχικές μεταπτώσεις και ως εκ τούτου «χρειάζεται» έναν σολίστ στο πιάνο με ψυχική ευαισθησία αλλά και δεξιοτεχνική μαεστρία, όπως ο Αλεξέι Βολόντιν. Με το άγγιγμα και μόνο των πλήκτρων, τα δάχτυλά του εξέφραζαν συναισθήματα και νοηματοδοτούσαν κάθε νότα σε όποια ένταση και εάν έπαιζε, από pianissimo (πολύ σιγά) έως fortissimo (πολύ δυνατά).
Αντίστοιχα και η Κρατική μας Ορχήστρα, άψογα συντονισμένη με τον πιανίστα και ακολουθώντας την έμπειρη μπακέτα του μαέστρου της Λουκά Καρυτινού, απέδωσε και τα δύο έργα με ενάργεια και σύμφωνα με το πνεύμα των δύο κορυφαίων αυτών συνθετών.
Αξίζει συγχαρητηρίων η όλη αυτή προσπάθεια των μουσικών της Κρατικής μας Ορχήστρας και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Λουκά Καρυτινού. Ελπίζουμε και ευχόμαστε να συνεχίσουν να προσφέρουν στο φιλόμουσο κοινό αντίστοιχα ερμηνευτικά διαμάντια από τα φωτεινά αστέρια του μουσικού στερεώματος!


