
Αυξήσεις στις τιμές των smartphones και των υπολογιστών αναμένονται μέσα στη χρονιά, καθώς η αγορά καταναλωτικών ηλεκτρονικών επηρεάζεται από έλλειψη τσιπ μνήμης που συνδέεται με τη ραγδαία ανάπτυξη κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης. Στελέχη των Arm, Qualcomm και Samsung προειδοποίησαν ότι ο παγκόσμιος αγώνας για τη δημιουργία μαζικής υποδομής AI περιορίζει τις προμήθειες εξαρτημάτων που είναι απαραίτητα για κινητές συσκευές και άλλες οικιακές ηλεκτρονικές συσκευές.
Από το βήμα της Έκθεσης Ηλεκτρονικών Καταναλωτών στο Λας Βέγκας, ο διευθύνων σύμβουλος της Arm, Ρενέ Χας, χαρακτήρισε τους περιορισμούς στα τσιπ μνήμης ως τους «πιο σοβαρούς εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες». Στην ίδια κατεύθυνση, ο συν-διευθύνων σύμβουλος της Samsung, TM Roh, περιέγραψε την έλλειψη ως «άνευ προηγουμένου» και εκτίμησε ότι θα έχει «αναπόφευκτο» αντίκτυπο στους καταναλωτές.
Το φαινόμενο αποδίδεται στη στροφή τεράστιων πόρων προς υπολογιστικές εγκαταστάσεις που υποστηρίζουν προηγμένα μοντέλα και προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Το τελευταίο διάστημα, εταιρείες όπως οι Google, Amazon, Meta και OpenAI έχουν ανακοινώσει δεσμεύσεις για δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων με στόχο την κατασκευή data centers. Ωστόσο, αυτή η επέκταση απαιτεί μεγάλες ποσότητες της πιο σύγχρονης μνήμης υψηλού εύρους ζώνης, γνωστής ως HBM.
Η αυξημένη ζήτηση για HBM οδηγεί τους προμηθευτές μνήμης να ανακατανείμουν την παραγωγή τους. Σε μια αγορά όπου κυριαρχούν η Samsung και η SK Hynix από τη Νότια Κορέα, μαζί με τον αμερικανικό όμιλο Micron, περισσότερη παραγωγική δυναμικότητα κατευθύνεται στην προηγμένη μνήμη για data centers, ενώ απομακρύνεται από τη μνήμη που προορίζεται για καταναλωτικές συσκευές όπως smartphones και φορητοί υπολογιστές.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Samsung ανακοίνωσε ότι τα λειτουργικά κέρδη του τέταρτου τριμήνου τριπλασιάστηκαν, κυρίως λόγω πωλήσεων HBM. Παράλληλα, η Micron γνωστοποίησε ότι τον Δεκέμβριο προχωρά στην παύση λειτουργίας της καταναλωτικής μάρκας «Crucial», επικαλούμενη την αυξανόμενη ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.
Από πλευράς Qualcomm, ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Akash Palkhiwala, περιέγραψε την κατάσταση ως «αρκετά δραματική», σημειώνοντας ότι το έλλειμμα τροφοδοτείται από την ανάπτυξη data centers από «πέντε ή έξι εταιρείες» παγκοσμίως, με «απίστευτο» ύψος κεφαλαιουχικών δαπανών.
Αναλυτές της Morgan Stanley εκτιμούν ότι η απότομη άνοδος του κόστους μνήμης, που ξεκίνησε το τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους, οδηγεί τις περισσότερες εταιρείες τεχνολογικού υλικού σε «σημαντικές» αυξήσεις τιμών στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, θα μπορούσε να πιέσει τις πωλήσεις σε Android smartphones και υπολογιστές με Windows. Ως εξαίρεση αναφέρεται η Apple, η οποία δεν αύξησε τις τιμές για την τελευταία σειρά iPhone 17, παρά τις επιπτώσεις των δασμών και των διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού.
Στην εικόνα της αγοράς προστίθενται και εκτιμήσεις της International Data Corporation. Η IDC ανέφερε τον Δεκέμβριο ότι, στην αγορά των smartphones, η Apple και η Samsung βρίσκονται σε καλύτερη θέση να συγκρατήσουν τις τιμές, καθώς διαθέτουν μακροπρόθεσμες συμφωνίες για εξασφάλιση προμηθειών εξαρτημάτων έως και δύο χρόνια νωρίτερα. Αν η έλλειψη μνήμης παραταθεί, η IDC προβλέπει ότι η αγορά των smartphones θα μπορούσε να συρρικνωθεί έως και 5,2% το 2026, ενώ εκτιμά ότι οι κατασκευαστές χαμηλότερης κατηγορίας από την Κίνα είναι πιθανό να δεχθούν το μεγαλύτερο πλήγμα.

