Γράφει:
Υπήρξα δασκάλα, και, αν και έχουν περάσει 58 χρόνια αφότου εγκατέλειψα τους αλφαβητικούς μου στην Κανδήλα, με ακολουθεί η τάξη μου και οι ώρες της διδασκαλίας μου όχι μόνον ως διδακτική μου δουλειά, αλλά και ο ρόλος μου ως παιδαγωγού. Ξαναπήρα τελευταία στα χέρια μου το βιβλίο ενός των κλασικών γερμανών παιδαγωγών, του Έντουαρντ Σπράνγκερ (Eduard Spranger, 1882–1963) Ο γεννημένος παιδαγωγός. To είχα πρωτοδιαβάσει, μαθαίνοντας γερμανικά τον καιρό εκείνο, που έκανα μάθημα στους μαθητές της Α´και της Β´τάξης το 1964–1967 στο χωριό. Παραθέτω εδῶ ένα απόσπασμα από αυτό το βιβλίο, που με εντυπωσίασε τότε και το είχα μεταφράσει και δημοσιεύσει στην εφημερίδα Διδασκαλικός Κόσμος του Διδασκαλικού Συλλόγου Λευκάδος, στην περιφέρεια της οποίας ανήκε τότε και το Δημοτικό Σχολείο Κανδήλας, και το επαναδημοσιεύω εδώ. Ίσως θελήσουν να το διαβάσουν νέοι δάσκαλοι, έστω σαν ιστορία. Το περιεχόμενό του με είχε βάλει σε σκέψεις, αν φερόμουν στα παιδιά μου σωστά ως παιδαγωγός, κατά το πνεύμα του. Ο δάσκαλος είναι ο παιδαγωγός, άγει τα παιδιά, τα οδηγεί. Ο Σπράνγκερ το 1958 που έγραψε το βιβλίο λέει, πώς βλέπει ότι εφαρμόζεται αυτό το “παιδαγωγείν” και πώς νομίζει, ότι θα έπρεπε να εφαρμόζεται. Νομίζω, ότι τα πράγματα δεν άλλαξαν παρά τις εν τω μεταξύ μεταρρυθμίσεις. Παραθέτω λοιπόν εδώ το απόσπασμα. Ο Σπράνγκερ λέει: «Η αγωγή έχει μείνει σχολαστική. Σ᾽ όλους τους τοίχους του σχολείου είναι, νομίζεις, αόρατα κολλημένες ταμπέλλες που γράφουν: “Εδώ παιδαγωγούνται”. Όπως υπάρχουν οικονομικές επιχειρήσεις, έχομε και πραγματικές παιδαγωγικές επιχειρήσεις. Το ειδικό καθήκον του ιδρύματος ωθείται προς τα έξω τόσο χειροπιαστά, ώστε κάθε στιγμή το εγγίζεις, το βλέπεις, το ακούς. Στο σπίτι μιας οικογένειας με υγιές πνεύμα αγωγής δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Γενικά αυτός που έμπαινε μέσα δεν αντιλαμβάνονταν τίποτα από τη διαρκή προστασία και καθοδήγηση των παιδιών. Αυτό γίνονταν σιωπηρά αφ᾽ εαυτού. Από τότε που το παιδαγωγείν και το διδάσκειν έγιναν ένα ιδιαίτερο και επί πλέον κρατικό επάγγελμα, θα μπορούσε να οδηγηθεί κανείς στην πλάνη, ότι στον γεννημένο παιδαγωγό πρέπει να παρατηρείται ό,τι κάνει. Αδιάκοπα επεμβαίνει ρυθμιστικά· πηγαίνει εδώ κι εκεί σαν “ένα υπόδειγμα στο κοπάδι”, και το εξαίρετο, στο οποίο πρέπει να οδηγήσει με τη μόρφωση, ρίχνει φως στον ίδιο, σαν φως από ανώτερο φως. Χρειάζεται να ειπωθεί μόνον τούτο: Τότε καθένας νιώθει, πως δεν βρισκόμαστε μακριά από μια καρικατούρα του αληθινού παιδαγωγού. Στην πραγματικότητα η πνευματική τελείωση γίνεται αθόρυβα. Ισχυρότατες επιδράσεις έρχονται με ελαφροπατήματα περιστεριών. Δεν μπορεί κανείς απ᾽το παιδαγωγείν να φτιάξει ένα εργαστήρι, που είναι πάντα συνδεδεμένο με ένα ειδικό θόρυβο και κίνηση. … Ακριβώς η φυσικότητα, το ανεπαίσθητο των ενεργειών του σημαίνει τον τέλειο παιδαγωγό και η παιδαγωγικά διατεθειμένη συμβίωση είναι ακριβώς μια αλληλοεπαφή ωρίμων και ανεπτυγμένων ανθρώπων στην οποία πραγματοποιείται κάτι το πολύτιμο, χωρίς εντούτοις τη δυνατή διαλάληση: “εδώ παιδαγωγούνται” …»
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας .


