Η Κινηματογραφική ΛέσχηΜε αφετηρία ένα σχεδόν παιδικά ευφυές εύρημα — ένα άδειο μπουκάλι που «πέφτει» από τον ουρανό σε έναν κόσμο που δεν το χρειάζεται — η ταινία στήνει μια ιδιότυπη, καλοσυνάτη αλλά αιχμηρή ματιά πάνω στη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων ζωής: του «πολιτισμένου» κόσμου και ενός κόσμου που λειτουργεί με άλλους, πιο άμεσους και λιτούς κανόνες.
Το χιούμορ της ταινίας είναι από εκείνα που σπανίζουν σήμερα: ναΐφ, το καλοσυνάτο χιούμορ των «Θεών», σχεδόν αθώο, χωρίς κακία αλλά γεμάτο παρατήρηση. Ο πρωταγωνιστής Ξι, τον οποίο υποδύεται ο N!xau, δεν μοιάζει να «παίζει» ρόλο με τη συμβατική έννοια. Η παρουσία του φέρει μια αυθεντικότητα που θυμίζει τις απαρχές του κινηματογράφου, εκεί όπου το σώμα και η κίνηση ήταν αρκετά για να γεννήσουν το γέλιο. Σε αυτό το επίπεδο, η ταινία ακουμπά —σχεδόν ενστικτωδώς —στην παράδοση του Charlie Chaplin και του Buster Keaton, χωρίς να τους μιμείται, αλλά μοιραζόμενη μαζί τους την ίδια πηγή: την κωμωδία που προκύπτει από την ίδια την κατάσταση.
Πίσω από το γέλιο, όμως, υπάρχει μια καθαρή οικολογική και, θα λέγαμε, υπαρξιακή διάσταση. Χωρίς να γίνεται διδακτική, η ταινία θέτει ένα απλό αλλά επίμονο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ένας κόσμος που δεν βασίζεται στην ιδιοκτησία και την υπερκατανάλωση έρχεται αντιμέτωπος με τα «δώρα» ενός πολιτισμού που τα θεωρεί αυτονόητα; Η αντίθεση δεν παρουσιάζεται με κραυγές, αλλά μέσα από μικρές, καθημερινές διαταραχές που σταδιακά αποκαλύπτουν πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία.
Ταυτόχρονα, η ταινία δεν είναι απολύτως ομοιογενής. Δίπλα στη λιτή, σχεδόν ποιητική διαδρομή του Ξι, συνυπάρχουν πιο συμβατικά αφηγηματικά στοιχεία και χαρακτήρες του «δυτικού» κόσμου, που συχνά μοιάζουν να ανήκουν σε μια διαφορετική ταινία. Αυτή η ανομοιογένεια μπορεί να αποδυναμώνει τη συνοχή, αλλά λειτουργεί και ως μια παράξενη αντανάκλαση της ίδιας της θεματικής της: δύο κόσμοι που συνυπάρχουν χωρίς να ενώνονται πλήρως.
Η τεράστια απήχηση της ταινίας σε διεθνές επίπεδο αποδεικνύει ότι το χιούμορ και οι ιδέες της ξεπερνούν τα όρια της κουλτούρας από την οποία προέρχονται. Με ελάχιστο κόστος παραγωγής, το «Και οι θεοί τρελάθηκαν» κατάφερε να μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο και να αποκτήσει σχεδόν cult χαρακτήρα, αγγίζοντας κοινά με εντελώς διαφορετικά βιώματα. Ίσως γιατί, τελικά, μιλά για κάτι βαθιά ανθρώπινο: την ανατροπή της «κανονικότητας» και τη στιγμή που αναγκαζόμαστε να ξαναδούμε τον κόσμο από την αρχή.
Σήμερα, σε μια εποχή υπερβολής και ταχύτητας, το «Και οι θεοί τρελάθηκαν» μοιάζει σχεδόν ανακουφιστικό. Δεν είναι μια «τέλεια» ταινία -είναι όμως μια ταινία με καθαρή ματιά και ειλικρίνεια. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει επίκαιρη: γιατί μέσα από το απλό της χιούμορ, μας καλεί να αναρωτηθούμε αν τελικά η τρέλα ανήκει στους «θεούς»… ή σε εμάς τους ίδιους.
Ειδήσεις από τον Δήμο Φιλοθέης-Ψυχικού στο amarysia.gr
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook


