Η Κλαούντια Καρντινάλε (Claudia Cardinale) υπήρξε μία από τις μεγάλες σταρ της χρυσής εποχής του ιταλικού κινηματογράφου. Αναδύθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διεθνή επιτυχία της Σοφίας Λόρεν και αρχικά χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση της Ιταλίας στην Μπριζίτ Μπαρντό.
Παρόλο που δεν βρέθηκε στο ίδιο επίπεδο με τις δύο συναδέλφους της, όσον αφορά τη φήμη και την παγκόσμια απήχηση, εν τούτοις απέδειξε ότι με το ταλέντο και την αναμφισβήτητη ομορφιά της, κατέκτησε επάξια μία σημαντική θέση στην ιστορία του σινεμά, συνεργαζόμενη με μεγάλα ονόματα της σκηνοθεσίας (Βισκόντι, Φελίνι, Λεόνε, Χέρτζογκ κ.ά.). Στο ενεργητικό της έχει πάνω από 140 ταινίες και 900 εξώφυλλα σε περιοδικά 25 χωρών. Οι κινηματογραφικές επιδόσεις της κέντρισαν το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ και το 1963 εμφανίστηκε ως κόμισσα στην κωμωδία του Μπλέικ Έντουαρντς «Ο Ροζ Πάνθηρ». Συνεπαρμένος από τη γοητεία της, ο πρωταγωνιστής της ταινίας και γνωστός καρδιοκατακτητής Πίτερ Σέλερς είχε δηλώσει ότι «η Κλαούντια είναι η πιο όμορφη εφεύρεση μετά τα σπαγγέτι». Το 1964 έπαιξε στη δραματική ταινία του Χένρι Χάθαγουεϊ «Το μεγαλύτερο Τσίρκο του Κόσμου» («Circus World»), με συμπρωταγωνιστές τον Τζον Γουέιν και τη Ρίτα Χέιγουορθ.Έως το τέλος της δεκαετίας του ’60 συνέχισε να μοιράζεται το χρόνο της ανάμεσα στο Χόλιγουντ και την Ευρώπη, παίζοντας σε διάφορες ταινίες, που κυμαίνονταν από το δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Τα Μακρινά Αστέρια της Άρκτου» («Vaghe Stelle dell’ Orsa», 1965) μέχρι το γουέστερν του Ρίτσαρντ Μπρουκς «Οι Επαγγελματίες» («The Professionals», 1966). Το 1968 συμμετείχε στο κλασικό γουέστερν-σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε «Κάποτε στην Δύση» («Once Upon a Time in the West»), δίπλα στους Χένρι Φόντα, Τζέισον Ρόμπαρντς και Τσαρλς Μπρόνσον. Τα επόμενα χρόνια η Κλαούντια Καρντινάλε επικεντρώθηκε κυρίως σε ευρωπαϊκές παραγωγές. Το 1976 επανεμφανίστηκε στο Χόλιγουντ με τη συνέχεια του «Ροζ Πάνθηρα» («The Pink Panther Strikes Again»). Ένα χρόνο αργότερα, συμμετείχε επίσης στην τηλεοπτική σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ», στο ρόλο της μοιχαλίδας. Το 1979 έπαιξε στην πολεμική περιπέτεια του ελληνοαμερικανού Τζορτζ Κοσμάτος «Απόδραση στην Αθήνα» («Escape to Athena») και το 1982 στην περιπέτεια του Βέρνερ Χέρτζογκ «Φιτζκαράλντο, ο Τυχοδιώκτης του Αμαζονίου» («Fitzcarraldo»). Το 2002 της απονεμήθηκε η «Χρυσή Άρκτος» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για το σύνολο της καριέρας της και το 2011 η «Χρυσή Λεοπάρδαλη» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο για τη συνολική προσφορά της στο σινεμά. Έχει παρασημοφορηθεί δύο φορές (1995 και 2002) από την Ιταλική Δημοκρατία για την προσφορά της στην Έβδομη Τέχνη και για τον ίδιο λόγο έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ιππότη και του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική Δημοκρατία. Από το 2000 η Κλαούντια Καρντινάλε ήταν Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Unesco για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών. Η Κλαούντια Καρντινάλε πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2025 στο Νεμούρ,μια πόλη κοντά στο Παρίσι,όπου είχε εγκατασταθεί εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν 87 ετών.
