Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Social media κάτω των 15: 7 στους 10 ζητούν απαγόρευση — τι έδειξε η έρευνα του Άγη Κονιδάρη

Τα παιδιά, τα κινητά και τα social media έχουν γίνει πια μια από τις πιο φορτισμένες συζητήσεις μέσα στα σπίτια. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο πλαίσιο περιορισμών για ανηλίκους κάτω των 15 ετών και η δημόσια συζήτηση πήρε αμέσως φωτιά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η online έρευνα που πραγματοποίησε ο Άγης Κονιδάρης, καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου,  καταγράφει μια ηχηρή τάση: οι περισσότεροι από όσους συμμετείχαν ζητούν παρέμβαση, όρια και σαφείς κανόνες.

Το κινητό δεν είναι πια ένα εργαλείο. Για πολλά παιδιά έχει γίνει ο κόσμος τους.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά, μέσω Google Forms και κοινοποίησης στα social media, σε δείγμα 163 ατόμων. Δεν αποτελεί αντιπροσωπευτική επιστημονική δημοσκόπηση. Αποτυπώνει όμως με καθαρό τρόπο μια κοινωνική ανησυχία που έχει γίνει πλέον καθημερινή: πόσο έτοιμα είναι τα παιδιά να διαχειριστούν έναν ψηφιακό κόσμο σχεδιασμένο να τα κρατά συνεχώς μπροστά στην οθόνη;

Το βασικό εύρημα είναι ξεκάθαρο: στο ερώτημα αν είναι αναγκαία η απαγόρευση πρόσβασης στα social media για ανηλίκους κάτω των 16 ετών, το 69% απάντησε «Ναι», το 24% «Όχι» και το 7% «Δεν ξέρω».

  • Υπέρ της απαγόρευσης: 69% (113 ψήφοι)
  • Κατά της απαγόρευσης: 24% (39 ψήφοι)
  • Δεν ξέρω / ΔΞ: 7% (11 ψήφοι)

Το 69% δεν είναι απλώς ένα νούμερο — είναι η φωνή μιας γενιάς γονιών που νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο

Πίσω από τους αριθμούς, όμως, υπάρχει μια πιο βαθιά εικόνα. Η στήριξη στους περιορισμούς δεν προέρχεται μόνο από μια γενική συντηρητική στάση ή από έναν ηθικό πανικό. Σε μεγάλο βαθμό εκφράζει την εμπειρία γονέων που βλέπουν καθημερινά τι σημαίνει εξάρτηση από την οθόνη, δυσκολία απομάκρυνσης από το κινητό, νευρικότητα, απορρόφηση και σταδιακή απομάκρυνση από την παιδική ηλικία όπως την ξέραμε.

Στις ηλικίες 35-44 ετών, όπου βρίσκονται πολλοί γονείς μικρών και εφήβων παιδιών, η στήριξη στην απαγόρευση εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλούν θεωρητικά. Μιλούν ως γονείς που δοκιμάζουν κάθε μέρα τα όρια του σπιτιού, της αντοχής και της δικής τους ευθύνης απέναντι σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο επιθετικά από την παραδοσιακή οικογενειακή επίβλεψη.

Ο εγκέφαλος του παιδιού δεν είναι έτοιμος για έναν κόσμο φτιαγμένο να το κρατά εθισμένο

Από την άλλη πλευρά, η έρευνα κατέγραψε και μια σοβαρή, όχι αμελητέα, αντίρρηση. Το 24% τάχθηκε κατά της απαγόρευσης, ενώ αρκετοί από όσους διαφώνησαν ή δίστασαν ένιωσαν μεγαλύτερη ανάγκη να εξηγήσουν τη θέση τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: δείχνει ότι το στρατόπεδο του «Όχι» δεν είναι απλώς αρνητικό. Είναι επιχειρηματολογημένο.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η απαγόρευση από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί να μετατρέψει το πρόβλημα σε παιχνίδι παράκαμψης, να κάνει το «απαγορευμένο» πιο ελκυστικό και να μεταθέσει τη συζήτηση από την παιδεία και τη διαπαιδαγώγηση σε ένα τεχνικό κυνήγι ελέγχου. Άλλοι φοβούνται ότι ένα οριζόντιο μέτρο θα αγνοήσει τις διαφορετικές ανάγκες των παιδιών και των εφήβων, ειδικά εκείνων που βρίσκουν στα social media έναν χώρο κοινωνικής επαφής, έκφρασης ή υποστήριξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ηλικιακή διαφοροποίηση των απαντήσεων. Οι μεγαλύτεροι εμφανίζονται πιο καχύποπτοι απέναντι στην ιδέα ότι το κράτος μπορεί να λύσει με απαγορεύσεις ένα ζήτημα που ξεκινά από το σπίτι και το σχολείο. Οι νεότεροι ενήλικες, αντίθετα, εμφανίζονται διχασμένοι: άλλοι βλέπουν στους περιορισμούς μια αναγκαία άμυνα, άλλοι μια υπερβολική παρέμβαση. Αυτή η διχοτομία αποκαλύπτει ότι δεν συζητάμε απλώς για ένα τεχνολογικό εργαλείο, αλλά για το πώς κάθε γενιά αντιλαμβάνεται την ελευθερία, την προστασία και την ευθύνη.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του θέματος. Η έρευνα του Άγη Κονιδάρη δεν λέει μόνο ότι «7 στους 10 θέλουν απαγόρευση». Λέει κάτι πιο ενδιαφέρον: ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να αναγνωρίζει πως το σημερινό μοντέλο έκθεσης των παιδιών στα social media δεν μπορεί να συνεχιστεί ανεξέλεγκτα, αλλά δεν έχει ακόμα συμφωνήσει ποια είναι η σωστή λύση.

Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζονται όρια. Το ερώτημα είναι ποιος και πώς θα τα βάλει.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με εξαγγελίες. Οι νόμοι μπορεί να βάζουν ένα πλαίσιο, αλλά η ουσία βρίσκεται αλλού: στην εκπαίδευση, στον ψηφιακό γραμματισμό, στη γονεϊκή υποστήριξη, στην ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών και στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο χτίζεται ο εθισμός μέσα από αλγορίθμους, ειδοποιήσεις και αδιάκοπη ψηφιακή διέγερση.

Η online έρευνα του Άγη Κονιδάρη, ακριβώς επειδή είναι απλή, άμεση και ανθρώπινη, φωτίζει κάτι που συχνά χάνεται πίσω από τις πολιτικές ανακοινώσεις. Ότι πίσω από τις συζητήσεις για απαγορεύσεις και όρια, υπάρχουν γονείς που φοβούνται, νέοι που αντιδρούν, μεγαλύτεροι που αμφιβάλλουν και μια κοινωνία που ψάχνει επειγόντως μια ισορροπία πριν η οθόνη γίνει ο μόνιμος τρίτος γονιός μέσα στο σπίτι.

Μεθοδολογική σημείωση: Η έρευνα του Άγη Κονιδάρη ήταν διαδικτυακή, πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 163 ατόμων μέσω Google Forms και κοινοποίησης στα social media και δεν αποτελεί αντιπροσωπευτική επιστημονική δημοσκόπηση. Τα ευρήματα αποτυπώνουν τάσεις και επιχειρήματα που εκφράστηκαν από τους συμμετέχοντες.

Credit: Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Άγη Κονιδάρη αν. Καθηγητή Ιονίου Πανεπιστημίου.

√ Η πλήρης αρχική ανάρτηση και παρουσίαση της έρευνας από τον Άγη Κονιδάρη είναι διαθέσιμη στη σελίδα του στο Facebook.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.kefaloniapress.gr/topika/apopseis-topika/article/860024/social-media-kato-ton-15-7-stoys-10/ ανήκει στο kefaloniapress.gr .