Ήταν ένα μικρό κασελάκι, φθαρμένο από το χρόνο και τη χρήση, γεμάτο μπογιές και μυρωδιά από γυαλιστικό παπουτσιών. Εκεί, ανάμεσα στα χρώματα και τα όνειρα ενός λουστράκου, γεννήθηκε η πρώτη μελωδία ενός πιτσιρικά πρόσφυγα από την Τασκένδη με ρίζες από τον Πόντο.
«Από δισκογραφικής πλευράς, μετά το τραγούδι “Ο λουστράκος”, που ήταν το πρώτο μου, το 1978 έβγαλα το “Δεν θυμάμαι πώς την λένε” σε στίχους της Μάρως Μπιζάνη… Έναν χρόνο μετά ήρθε ο πρώτος μεγάλος δίσκος μου, με τα “Παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας” και “Μια εμπειρία ακόμη λοιπόν”. Ο δίσκος λεγόταν Αγαπιόμαστε…» Και ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους…
Το 45άρι με τον «Λουστράκο», όμως, έγινε μάρτυρας μιας εποχής, της αθωότητας και της επιμονής, του αγώνα ενός νεαρού Πόντιου πρόσφυγα που κρατούσε τα όνειρά του στα χέρια και τη μελωδία μέσα στην καρδιά. Κάθε φορά που γυρίζει η βελόνα, η Αθήνα της δεκαετίας του ’70 ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια του: η Ομόνοια, οι δρόμοι, η μυρωδιά από τα πεζοδρόμια και το χαμόγελο ενός λουστράκου που τραγουδά.
«Το κασελάκι… στη μέση η θέση για το ποδαράκι και το παπούτσι. Από εκεί ξεκίνησα να τραγουδάω στους δρόμους… και ψιθύριζα το τραγούδι που είχα γράψει…».
Κάλλια Λαμπροπούλου


