Ως προς την εξελικτική τους πορεία, τα βλαστικά στάδια που έχουν παρατηρηθεί ποικίλλουν τοπικά, καλύπτοντας ένα φάσμα από το αδέλφωμα μέχρι και τα πρώτα στάδια του καλαμώματος, όπου έχει εμφανιστεί ο πρώτος, και οριακά ο δεύτερος, κόμβος του στελέχους. Ωστόσο, έχουν εντοπιστεί, σε διάφορες τοποθεσίες, σποραδικές προσβολές από μυκητολογικές παθήσεις τόσο στις καλλιέργειες Κριθαριού όσο και σε αυτές του Σιταριού.
Στο Κριθάρι έχουν καταγραφεί συμπτώματα συμβατά με προσβολή από το ελμινθοσπόριο. Οι αρχικές εκδηλώσεις της νόσου εμφανίζονται ως μικρές, επιμήκεις νεκρωτικές κηλίδες οι οποίες σταδιακά επεκτείνονται. Οι ιστοί τείνουν να αποκτούν χλωρωτική όψη. Ο υπεύθυνος παθογόνος παράγοντας, το «Pyrenophora teres», έχει την ικανότητα να διατηρείται στα φυτικά υπολείμματα, ενώ παράλληλα είναι γνωστό ότι μεταδίδεται και μέσω του σπόρου. Οι λοιμώξεις ευνοούνται σημαντικά από την επικράτηση συνθηκών υψηλής υγρασίας, ιδίως όταν αυτή διαρκεί για 10 έως 30 ώρες, σε συνδυασμό με θερμοκρασίες που υπερβαίνουν τους 15°C, αν και είναι δυνατόν να εκδηλωθούν και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, από τους 8°C. Η περαιτέρω εξέλιξη και επιδείνωση της ασθένειας ενισχύεται από υψηλά επίπεδα αζώτου στην καλλιέργεια.
Στο Σιτάρι έχουν διαπιστωθεί ενδείξεις προσβολής από σεπτορίωση. Τα συμπτώματα εκδηλώνονται αρχικά στα φύλλα ως κίτρινες κηλίδες, οι οποίες στη συνέχεια εξελίσσονται σε καστανοκίτρινες, φέροντας συχνά σκούρα καφέ στίγματα. Παρατηρείται επίσης κιτρίνισμα ή «κάψιμο» της κορυφής του φύλλου. Ο κύριος παθογόνος οργανισμός, το «Zymoseptoria tritici», διατηρείται κυρίως στα καλλιεργητικά υπολείμματα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με το ελμινθοσπόριο, δεν είναι σπορομεταδιδόμενο.
Η ασθένεια ευνοείται από σχετικά δροσερές θερμοκρασίες, που κυμαίνονται μεταξύ 15–20°C, καθώς και από παρατεταμένες περιόδους υγρασίας ή διαβροχής των φύλλων (υψηλή σχετική υγρασία, ελεύθερο νερό). Ο υγρός, βροχερός και ανεμώδης καιρός συμβάλλει στην αποτελεσματική διασπορά του μύκητα, ενώ οι συνθήκες ξηρασίας και οι υψηλές θερμοκρασίες τείνουν να περιορίζουν την εξάπλωσή του.
Η πρόληψη αυτών των ασθενειών περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των καλλιεργητικών υπολειμμάτων και την απολύμανση του σπόρου. Σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο, είναι δυνατή η καταπολέμησή τους μέσω της εφαρμογής εγκεκριμένων μυκητοκτόνων, με ψεκασμό του φυλλώματος.
Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται επιτακτική η συστηματική παρακολούθηση των καλλιεργειών. Είναι σημαντικό να τονιστεί ξανά ότι η γενική κατάσταση των καλλιεργειών παραμένει σε καλά επίπεδα την τρέχουσα περίοδο. Οποιαδήποτε αξιολόγηση για την αναγκαιότητα παρέμβασης με μυκητοκτόνα σκευάσματα οφείλει να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι η φυτοπροστασία των χειμερινών σιτηρών στοχεύει πρωτίστως στην προστασία των τελευταίων φύλλων της καλλιέργειας –ειδικότερα του φύλλου-σημαία– τα οποία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη του γεμίσματος του καρπού μετά το στάδιο του καλαμώματος.
