Το βροχερό κλίμα της Παρασκευής (27/3) δεν εμπόδισε την προσέλευση στο Taekwondo Φαλήρου για το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ· ένα συνέδριο «αγωνίας», με κυρίαρχο το ερώτημα εάν αποτελεί την τελευταία ευκαιρία του κόμματος για ανασύνταξη ή απλώς μία τελευταία «αναλαμπή». Πάντως, παρά τη μεγάλη συμμετοχή στο διήμερο που πέρασε – κατά το οποίο όλα τα κορυφαία στελέχη επιχείρησαν να στείλουν μήνυμα ενότητας, χωρίς να λείπουν και τα «καρφιά» – ο προβληματισμός μάλλον παραμένει διάχυτος.
Ως βασικό ενοποιητικό στοιχείο αναδείχθηκε η κοινή δέσμευση όλων στην «κόκκινη γραμμή» για μη συνεργασία με τη ΝΔ μετεκλογικά.
Ο τόνος δόθηκε από την εναρκτήρια ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη, στην οποία απέρριψε κατηγορηματικά τα σενάρια περί συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, αφήνοντας και καθαρές αιχμές, με κύριο αποδέκτη τους τον Χάρη Δούκα, ο οποίος, την επομένη, σήκωσε το γάντι, λέγοντας: «Αναγνωρίζω το θετικό της προσπάθειας. Είμαστε σε καλό δρόμο […] η στρατηγική μας είναι πια εντός πραγματικότητας».
Όλα τα κορυφαία στελέχη συντονίστηκαν στον ίδιο τέμπο – ακόμη και εκείνοι που μέχρι πρότινος κρατούσαν πιο μετριοπαθή στάση.
Η Άννα Διαμαντοπούλου απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας, υπογραμμίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ δεν προτίθεται να διασπαστεί και να υποχωρήσει απέναντι στις επιθέσεις και την αμφισβήτηση.
«Αγωνιζόμαστε να ανατρέψουμε εκλογικά τη ΝΔ, όχι να τη συμπληρώσουμε», τόνισε και η Μιλένα Αποστολάκη, ενώ ο Μανώλης Χριστοδουλάκης – που έχει απομακρυνθεί τόσο από την ηγεσία, όσο και από το στρατόπεδο Δούκα – διερωτήθηκε: «Τι ΠΑΣΟΚ θέλουμε; Θέλουμε ένα κόμμα συμπλήρωμα για να μην δήθεν αποσταθεροποιηθεί η χώρα;», για να καταλήξει πως «η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή, όπως και η διαχωριστική γραμμή με τη Δεξιά, χωρίς θολά σημεία και χωρίς αστερίσκους».
Ο Παύλος Γερουλάνος, από τη μεριά του, που εξαρχής συμφωνούσε με το επίμονο αίτημα του Χάρη Δούκα, είπε: «Σωστός ο Χάρης που επέμεινε, σωστός ο πρόεδρος που το υιοθέτησε».
Χαρακτηριστικό των τοποθετήσεων η έμφαση στις ιδεολογικές και ηθικές διαφορές ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, ζήτημα επί του οποίου οι δύο πρώην πρόεδροι παρείχαν, με τη σειρά τους, την πολιτική κάλυψη, μιλώντας εκτενώς για τη διάσταση των δύο κομμάτων ως προς το αξιακό τους περιεχόμενο, όπως αυτό μετουσιώνεται στην τακτική και στρατηγική που χαράσσουν.
Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, παρουσιάζοντας τη Βίβλο των Δημοκρατικών Μεταρρυθμίσεων, είπε μεταξύ άλλων πως «στη χώρα μας αυτή η παθολογία έχει πρόσωπο και όνομα»· η κυβέρνηση της ΝΔ «προσφέρει φόβο και αβεβαιότητα»· οι θεσμοί απαξιώνονται και η σταθερότητα «που μας προσφέρουν» δεν είναι παρά μία «σταθερότητα αδικίας». Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, αλλά και στη διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, πράγμα που έκανε αμέσως μετά και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, περιγράφοντας τη «Μαύρη Βίβλο» της επταετούς διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ.
Κοινή συνισταμένη και των δύο ομιλιών, η ανάγκη το ΠΑΣΟΚ να γίνει ξανά πρωταγωνιστής των εξελίξεων, προκειμένου να επέλθει μία «ριζική, συστηματική, θεσμική αλλαγή», όπως τόνισε ο Γ. Παπανδρέου, ή να συναφθεί ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», το μεγάλο «στοίχημα» κατά τον Ευ. Βενιζέλο, το οποίο δεν επιχείρησε καν να κερδίσει η παρούσα κυβέρνηση.
Κοινή εικόνα από τις τοποθετήσεις όλων των κορυφαίων στελεχών πως η Χαριλάου Τρικούπη έχει ανοίξει «μέτωπο» όχι μόνο με τη ΝΔ, αλλά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη προσωπικά, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει τον υπαίτιο για την πλήρη αποσάθρωση του πολιτικού τοπίου, την απαξίωση των θεσμών και την διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται ως δριμεία αμφισβήτηση του πολιτικού προσωπικού εν γένει – και κυρίως των λεγόμενων «συστημικών» κομμάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ενότητα είναι αναμφίβολα επιβεβλημένη – και ιδίως τη δεδομένη στιγμή, οπότε η ανησυχητική συγκυρία με την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή λειτουργεί προς όφελος της κυβέρνησης, τόσο λόγω της επικοινωνιακής διαχείρισης της αμυντικής ετοιμότητας της χώρας, όσο και λόγω της συσπείρωσης σε κρίσιμες περιόδους, με παράλληλη ενεργοποίηση συντηρητικών αντανακλαστικών.
Παρά τη δημοσκοπική πρωτοκαθεδρία της ΝΔ, τα «όπλα» της Χαριλάου Τρικούπη δείχνουν να προέρχονται ακριβώς από τις πολλαπλές όψεις της υφιστάμενης κατάστασης, με τα κοινωνικά προβλήματα να επιμένουν, εν πολλοίς και λόγω της ακρίβειας, απέναντι στην οποία τα επιδοματικά μέτρα της κυβέρνησης δεν προσφέρουν παρά μία πρόσκαιρη ανακούφιση. Κοντά σε αυτά και η επιδείνωση του κλίματος με την απογοητευτική έναρξη της δίκης των Τεμπών, αλλά και την αναμόχλευση του σκανδάλου των υποκλοπών, με τον Ταλ Ντίλιαν της Intellexa να βάλλει ανοιχτά κατά του Μαξίμου.
Ο μετασχηματισμός της κοινωνικής πλειοψηφίας σε πολιτική πλειοψηφία είναι χρέος και όχι στοίχημα για το κόμμα, τόνισε στο «R» η Μιλένα Αποστολάκη, για να καταλήξει πως «εάν μας χαρακτηρίσει από εδώ και πέρα η ενότητα, η σοβαρότητα, η αίσθηση της ευθύνης και του χρέους, η αλλαγή θα ξαναγίνει πραγματικότητα».
Η κυρίαρχη εντύπωση από το Συνέδριο είναι πως η υιοθέτηση του ψηφίσματος Δούκα για ξεκάθαρο «όχι» σε μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ έριξε, πράγματι, τους τόνους της εσωκομματικής αντιπαράθεσης των προηγούμενων εβδομάδων. Η Χαριλάου Τρικούπη μπορεί πια να αφοσιωθεί στην καλύτερη δυνατή επικοινωνία του προγραμματικού της λόγου, με τον ίδιο τον Δήμαρχο Αθηναίων να δείχνει να πιστεύει ότι θα πρέπει να του πιστωθεί προσωπικά αυτή η επιτυχία, για ένα θέμα που κυρίως ο ίδιος προέταξε και κατέστησε κεντρικό στην ατζέντα. Ωστόσο, το «ψήφισμα Δούκα» δεν είναι βέβαιο πως κλείνει διαπαντός τη σχετική συζήτηση, αφού δεν έχουν εξαφανιστεί όσοι δεν θα απέκλειαν μία τέτοια συνεργασία μετεκλογικά, με κάποιο σχήμα κοινής αποδοχής που θα εξαιρούσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όπως επίσης, δεν έχει εξανεμιστεί η δυσαρέσκεια πολλών που χρεώνουν στον Δούκα ότι εγκλώβισε το ΠΑΣΟΚ, προσυνεδριακά, σε μία μονοθεματική συζήτηση άνευ ουσίας.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, από τη μεριά του, δεν δείχνει να κινδυνεύει επί του παρόντος, με τον Χάρη Δούκα να σημειώνει πως «θα ήταν ολέθριο» να αμφισβητηθεί ο πρόεδρος λίγο πριν τις κάλπες· δέσμευση που σε περίπτωση αποτυχίας θα ανατραπεί εν μία νυκτί. Η οργανωτική επικράτηση Ανδρουλάκη ενδεχομένως να έχει τη σημασία της – ωστόσο, ούτε αυτό, ούτε και η επιφαινόμενη ομόνοια μετά την καταιγίδα αποτελούν επαρκείς εγγυήσεις.
Η στρατηγική του κόμματος είναι εξίσου σημαντική, όσο και νεφελώδης εν προκειμένω, με όσους προσβλέπουν σε προοδευτικές συνεργασίες να συνεχίζουν να στέκουν χωρίς απάντηση. Παράλληλα, η δυσαρέσκεια προς την ηγεσία καλύφθηκε από την έξαψη του Συνεδρίου, αλλά δεν εξαφανίστηκε, με την εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Ανδρουλάκη να εμπνεύσει για μια «καινούργια» ημέρα να συνεχίζει να διακυβεύεται και τους λοιπούς πυλώνες του κόμματος να συνεχίζουν να σκέφτονται (και) το πολιτικό τους μέλλον.
Μετά το βράδυ της Κυριακής, δεν θα ήταν αμελητέο να αποτιμηθεί ο προβληματισμός των Συνέδρων· κρίσιμο βαρόμετρο για το πόσο πιθανό είναι προβλήματα που φαινομενικά τακτοποιήθηκαν αυτό το τριήμερο να ανακύψουν στην επόμενη στροφή. Κορυφαία στελέχη του κόμματος, πάντως, συνεχίζουν να εκφράζουν – ανεπίσημα – την ανησυχία ότι από το Συνέδριο δεν φεύγουν ενωμένοι, αλλά περισσότερο σκεπτικοί από ό,τι ήρθαν, φοβούμενοι πως δεν κέρδισαν τα κρίσιμα «στοιχήματα».
www.reporter.gr


