Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που καταδεικνύουν πώς τα παιδιά των μεταναστών αναλάμβαναν να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γονιών τους ή να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές τους.
Τον Μάρτιο του 1972, ο Billy McMahon διαδέχθηκε τον Gorton στην πρωθυπουργία και η κυβέρνησή του προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις που επέτρεπαν, σε περιορισμένη κλίμακα, τη μεταφορά της αυστραλιανής σύνταξης γήρατος, στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών με την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Μάλτα και την Τουρκία.
Ο Whitlam, ο οποίος είχε διαβεβαιώσει νωρίτερα την Ελένη ότι η μεταφορά των συντάξεων θα αποτελούσε προτεραιότητά του σε περίπτωση εκλογής, ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Δεκέμβριο του 1972.
Το 1973, η κυβέρνηση θεσμοθέτησε μια πλήρη συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, η οποία αντικατέστησε τους προηγούμενους κανονισμούς, προσέφερε μεγαλύτερη οικονομική στήριξη στους μετανάστες και επέτρεπε την απεριόριστη μεταφορά των συντάξεων γήρατος, αναπηρίας και χηρείας σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.
Οι αλλαγές αυτές δεν προήλθαν μόνο μέσα από διαδικασίες και αποφάσεις των «ανώτερων κλιμακίων».
Διαμορφώθηκαν επίσης από τη συχνά αθέατη προσπάθεια υπεράσπισης των μεταναστευτικών κοινοτήτων και από τα παιδιά της δεύτερης γενιάς, που λειτούργησαν ως η «φωνή» των γονιών τους.
Η αναγνώριση αυτής της ιστορίας δείχνει ότι ακόμη και όσοι βρίσκονται στα περιθώρια της κοινωνίας — όπως οι μεταναστευτικές οικογένειες — μπορούν να επηρεάσουν την εθνική πολιτική.
Αποτελεί επίσης απόδειξη ότι η παρακαταθήκη των Ελληνοαυστραλών δεύτερης γενιάς υπερβαίνει την προσωπική τους πρόοδο και αντανακλά τον διαχρονικό αντίκτυπό τους στις παλαιότερες, στις σημερινές και στις επόμενες γενιές.
Η ΕΠΙΣΤΟΛH ΤΗΣ ΕΛEΝΗΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡIΟΥ 1971
Αξιότιμε κύριε,
Είμαι μαθήτρια δεκαεπτά ετών και σας γράφω εκ μέρους ενός ηλικιωμένου ζεύγους Ελλήνων, του κ. και της κας N. Montsakis.
Το πρόβλημά τους σχετίζεται με την ομοσπονδιακή νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία ένας πολιτογραφημένος Αυστραλός συνταξιούχος που εγκαθίσταται μόνιμα σε οποιαδήποτε ξένη χώρα παύει να δικαιούται τη σύνταξή του.
Πρόσφατα, ο κ. και η κα Montsakis επισκέφθηκαν το σπίτι μου ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια.
Ζουν στην Αυστραλία εδώ και σαράντα πέντε χρόνια και υπήρξαν εργατικοί και νομοταγείς πολίτες, ευγνώμονες για τα προνόμια που τους προσέφερε η χώρα.
Σήμερα, όμως, είναι ηλικιωμένοι και, χωρίς παιδιά ή συγγενείς εδώ, βιώνουν έντονη μοναξιά.
Επιθυμούν βαθιά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ώστε να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους κοντά σε συγγενείς και φίλους.
Κύριε, δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι, όσο κι αν έχουν υιοθετήσει τον αυστραλιανό τρόπο ζωής ως προς τις στάσεις και τη συμπεριφορά τους, γεννήθηκαν Έλληνες.
Είναι απολύτως φυσικό για κάθε μετανάστη, ιδίως όταν δεν έχει παιδιά και οικογενειακούς δεσμούς στην Αυστραλία, να επιθυμεί να κλείσει τον κύκλο της ζωής του στη χώρα καταγωγής του, όσο κι αν αγαπά τη χώρα που τον φιλοξένησε.
Δυστυχώς, το συγκεκριμένο ζεύγος — όπως και τόσα άλλα — δεν μπορεί καν να σκεφτεί την επιστροφή, καθώς χωρίς την αυστραλιανή σύνταξη δεν θα είναι σε θέση να επιβιώσει οικονομικά.
Δεν δικαιούνται ελληνική σύνταξη λόγω της πολυετούς παραμονής τους στην Αυστραλία, ενώ οι συγγενείς τους, που ζουν με περιορισμένα μέσα, δεν είναι συνεπώς σε θέση να τους στηρίξουν.
Έπειτα από τόσα χρόνια σκληρής εργασίας και συμβολής — έστω και μικρής — στη διαμόρφωση της Αυστραλίας ως ενός επιτυχημένου έθνους, αναμφίβολα αξίζει να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα στη σύνταξή τους, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία επιλέγουν να ζήσουν.
Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε πόσο άδικη είναι η συγκεκριμένη νομοθεσία — όχι μόνο για το εν λόγω ζεύγος, αλλά και για όλους τους μετανάστες στην Αυστραλία.
Υπό τον φόβο απώλειας της σύνταξής τους, δεν τολμούν να εγκαταλείψουν την Αυστραλία και παραμένουν εδώ, βυθισμένοι στη μοναξιά και τη νοσταλγία.
Αυτή η κατάσταση δεν οδηγεί παρά σε πικρία και αρνητικά αισθήματα απέναντι στην αυστραλιανή κυβέρνηση.
Σας παρακαλώ θερμά να εξετάσετε την περίπτωσή τους και να προβείτε σε κατ’ εξαίρεση ρύθμιση.
Ευελπιστώ ότι μια τέτοια απόφαση θα αποτελέσει ένα πρώτο βήμα για την επανεξέταση της δικαιοσύνης και της αξίας της ισχύουσας νομοθεσίας περί συντάξεων.
Είμαι Ελληνίδα, κύριε, και ζω ανάμεσα σε Αυστραλούς και Έλληνες, γι’ αυτό γνωρίζω καλά την πικρία που πολλοί μετανάστες νιώθουν απέναντι στην αυστραλιανή κυβέρνηση.
Οι σχέσεις της κυβέρνησης με τις μεταναστευτικές κοινότητες θα μπορούσαν να βελτιωθούν ουσιαστικά, εάν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη κατανόηση και διάθεση να ακουστούν τα προβλήματά τους.
Σας ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο σας και ελπίζω ότι θα εξετάσετε με κατανόηση το ζήτημα αυτό.
Με εκτίμηση,
(Δις) Ελένη Βάσσου
*Η Niki Sperou είναι εικαστικός καλλιτέχνις και συγγραφέας με έδρα την Αδελαΐδα, στη Νότια Αυστραλία.


